Κατηγορία Αφρική
Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015 11:06

Ταξιδιωτικό Τυνησία - 3ο μέρος

 

Στην χώρα των οάσεων

 

 

Του Δημήτρη Κατσούλα

Έχοντας φτάσει στην "Πύλη της Ερήμου'' την Ντουζ, έχει φτάσει πια η ώρα για να ξεκινήσουμε την είσοδο μας προς την όαση Ksar Ghilane. Η Τυνησία μας ανοίγει τις ''πύλες'' της κι εμείς εισερχόμαστε σαν αδηφάγα πτηνά.

Μπαίνοντας στην όαση


Εννιά το πρωί και ήδη η θερμοκρασία φλέρταρε με τους 30 βαθμούς, αφήσαμε πίσω μας την Ντούζ και κατευθυνθήκαμε νότια προς το Εθνικό πάρκο Jebil όπου βρίσκεται και η νοτιότερη όαση της Τυνησίας αλλά και ακόμα μια πύλη προς την έρημο Σαχάρα , η όαση Ksar Ghilane.

Η πρόσβαση στην όαση Κσάρ Γκιλάν γίνεται μέσω του ασφαλτοστρωμένου δρόμου C211 και απέχει 140 χιλιόμετρα από την Ντούζ. Οι ατελείωτες ευθείες και η απεραντοσύνη της ερήμου προκαλούν μοναδικά συναισθήματα , νιώθεις απίστευτο δέος αντικρίζοντας το "τίποτα". Μόνο μερικά κοπάδια με καμήλες συντρόφευαν την μοναχική πορεία της μοτοσικλέτας προς την όαση ενώ η κίνηση στον C211 ήταν μηδενική , μόλις δύο τεράστια τζιπ μας προσπέρασαν χαιρετώντας μας . Μπαίνοντας στον οικισμό- όαση ένα παχύ στρώμα άμμου είχε καλύψει το οδόστρωμα, ρωτώντας έναν ντόπιο κτηνοτρόφο ενημερωθήκαμε πως ο δρόμος που καταλήγει στο κέντρο της όασης είναι όλος καλυμμένος από άμμο, η διαδρομή ήταν μόλις 3 χιλιόμετρα. Προς στιγμήν απογοητεύτηκα, σκέφτηκα ότι κάναμε τόσα χιλιόμετρα και δεν θα δούμε την όαση; Βάζω τα πόδια κάτω, κρατώ σταθερό το γκάζι και ευτυχώς χωρίς κάποια πτώση, έφτασα στο κέντρο της όασης.
Το καταφύγιο των νομάδων Κσαρ Γκιλάν αποτελεί μοναδικό τουριστικό προορισμό στην Ν. Τυνησία. Παρόλο που οι κάτοικοι ζουν εκμεταλλευόμενοι τις χουρμαδιές και τα πρόβατα ,η τουριστική ανάπτυξη της όασης είναι ραγδαία.

Υπάρχουν τρία κάμπινγκ , ξενώνες αλλά και ένα ξενοδοχείο πολυτελείας. Οι δραστηριότητες που προτείνουν οι ντόπιοι είναι πολλές και απολαυστικές: Ενοικίαση τετράτροχων οχημάτων (quad), βόλτα με καμήλες ή άλογα, τριήμερες περιπέτειες στην έρημο, αλλά και στιγμές χαλάρωσης στην μικρή λίμνη και τα μαγαζιά-παράγκες που την κυκλώνουν.
Αμέσως νοικιάσαμε τρία τετράτροχα και ξεχυθήκαμε στην έρημο, με συνοδεία ντόπιου πλοηγού, ακολουθήσαμε μια διαδρομή γεμάτη αμμόλοφους και παίζαμε σαν μικρά παιδιά ντριφτάροντας στους αμμόλοφους. Μισή ώρα αργότερα βρεθήκαμε στα ερείπια ενός ρωμαϊκού οχυρού (Tisavar) όπου σταθήκαμε για λίγα λεπτά για να απολαύσουμε την σιωπή της ερήμου.

Στην Μαρμάτα


Το παιχνίδι όμως έπρεπε να τελειώσει, αφού τα χιλιόμετρα που είχαμε να διανύσουμε ήταν πολλά. Πίσω στις μοτοσυκλέτες μας γεμάτοι χαρά αλλά και λύπη μιας και έπρεπε να αποχωρήσουμε από τον επίγειο παράδεισο Κσαρ Γκιλάν. Πόδια κάτω ξανά, γκάζι, πέρα - δώθε το τιμόνι και τα τρία χιλιόμετρα άμμου εξαφανίστηκαν από το οπτικό μας πεδίο. Η ζέστη πλέον ήταν αφόρητη, ο ήλιος βρίσκονταν στο ζενίθ του και εμείς έπρεπε να διανύσουμε ακόμα 125 χιλιόμετρα μέσα στα άνυδρα τοπία για βρεθούμε στην Ματμάτα, την πόλη των τρωγλοδυτών ( δρόμοι C211/C104)!

Η Ματμάτα είναι μια πόλη βερβερίνων χτισμένη σε υψόμετρο 650 μέτρων νότια του Κάμπις. Είναι ο γνωστότερος τρωγλοδυτικός οικισμός της Τυνησίας μιας και τα σπίτια των κατοίκων είναι σκαμμένα στο χώμα. Οι τεχνητές σπηλιές έχουν την ιδιαιτερότητα να προστατεύουν τους ενοίκους τους από την έντονη ζέστη του καλοκαιριού αλλά και το κρύο του χειμώνα, μιας και η θερμοκρασία που επικρατεί σε αυτές αγγίζει τους 17 κελσίου όλη την διάρκεια του έτους.

Κατά την δεκαετία του '60 τα μεγαλύτερα σπήλαια-σπίτια μετατράπηκαν σε ξενοδοχεία ενώ μερικά από αυτά κατοικούνται ακόμα κρατώντας έτσι την πανάρχαια αυτή παράδοση. Ο δημιουργός του «Πολέμου των Άστρων» George Lukas εμπνεύστηκε από τις υπόγειες κατασκευές και γύρισε αρκετές σκηνές της ταινίας μέσα σε αυτά τα σπίτια ενώ σκηνικά από την περίοδο των γυρισμάτων υπάρχουν ακόμα. Η διαμονή μας έγινε σε ξενοδοχείο της περιοχής με 20 ευρώ την βραδιά ενώ το φαγητό εντός του ξενοδοχείου κόστισε μόλις 4 ευρώ το άτομο! Η φιλοξενία που δεχθήκαμε από τους ντόπιους ήταν εξαιρετική.

 Ώρα για τον βορρά


Η Ματμάτα αποτέλεσε και τον επίλογο του οδοιπορικού μας στον Νότο της Τυνησίας. Μετά την επίσκεψή μας στο σπήλαιο-σπίτι- Μουσείο, φορτώσαμε τις μοτοσυκλέτες μας και ξεκινήσαμε την επιστροφή προς τα Βόρεια της χώρας.

Η διαδρομή μέχρι την Σους είναι 330 χιλιόμετρα , από την Ματμάτα κατευθυνθήκαμε για τελευταία φορά νότια προς την Μεντενίν περνώντας από γραφικά χωριά , άγρια ορεινά τοπία ατενίζοντας στο βάθος του ορίζοντα την Μεσόγειο θάλασσα. Ο κύκλος των 100 χιλιομέτρων πραγματικά άξιζε, με κορύφωση το χωριό Τουζάν που είναι αμφιθεατρικά χτισμένο και χωρισμένο στα δύο από ένα φαράγγι. Η διαδρομή μας στα νότια της χώρας ολοκληρώθηκε στην πόλη Μαντανίν (medenine), την μεγαλύτερη νοτιότερη πόλη της χώρας. Στο παρελθόν αποτελούσε σημαντικό εμπορικό κέντρο προσελκύοντας καραβάνια με εμπόρους από όλη την Αφρική. Επίσης η ευρύτερη περιοχή είναι γνωστή για τα ksar (ksar=κάστρο), τα παμπάλαια στοιχεία του Τυνησιακού τοπίου, οι οχυρωμένοι βερβέρικοι οικισμοί που είναι χτισμένοι κυκλικά γύρω από μια αυλή με καλά κρυμμένη την είσοδό τους. Γνωστότερο όλων το κσαρ Ουλέντ Σουλτάν , ένα οχυρωμένο χωριό που έχει διατηρηθεί στην αρχική μορφή του.

Ρίξαμε για τελευταία φορά μια ματιά στον Νότο και ξεκινήσαμε να ανηφορίζουμε οδηγώντας στον κεντρικό άξονα της Τυνησίας Ρ1, την μοναδική οδική αρτηρία που συνδέει την Τύνιδα με τον Νότο. Η παραθαλάσσια εθνική καρμανιόλα της Τυνησίας καθημερινά φιλοξενεί χιλιάδες αυτοκίνητα, φορτηγά , τροχήλατες άμαξες, πεζούς ,πλανόδιους πωλητές και παζάρια, δεκάδες εστιατόρια παράγκες με μόστρα τα φρεσκοσφαγμένα αμνοερίφια, ενώ διασχίζει πολύβουα χωριά κάνοντας την διαδρομή πολύωρη και κουραστική.

Η οδήγηση μοτοσυκλέτας σε αυτόν τον άξονα χρήζει μέγιστης προσοχής, δεν ξέρεις αν θα "φιληθείς" με νταλίκα 30ετίας ή αυτοκίνητο του '50, δεν ξέρεις αν θα πατήσεις κανέναν ταλαίπωρο που θα διασχίζει τον δρόμο ή κάποιο πρόβατο που αποκόπηκε από το κοπάδι του. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής από τον Νότο προς τον Βορά είναι μια λωρίδα ανά κατεύθυνση. Από το παραλιακό θέρετρο Μοναστίρ και την Σους έχει δοθεί στην κυκλοφορία νέος υπερσύχρονος δρόμος με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Μέχρι εκεί όμως επικρατεί χάος!

 Η τιμωρία


Στην μέση της διαδρομής προς την Σους κάναμε το λάθος να σταματήσουμε για φαγητό σε ένα από τα εστιατόρια-παράγκες , επιλέξαμε αυτό που είχε και τον περισσότερο κόσμο. Μεγάλη Πέμπτη λοιπόν και ενώ το Θείο δράμα κορυφώνονταν, εμείς κάναμε Πάσχα με τον χειρότερο τρόπο! Μας τιμώρησε ο Ύψιστος!
Κρεμασμένα στα τσιγκέλια τα αρνιά περίμεναν να πέσουν στην θράκα και στην συνέχεια στα στομάχια των πεινασμένων ηλιοκαμένων Τυνήσιων και επισκεπτών, σταγόνες από το αίμα των σφαχτών δημιουργούσαν μικρές κόκκινες λίμνες. Η έντονη δυσοσμία και οι μύγες έκαναν πάρτι, μιλάμε για το τέλειο μέρος για να πάθεις δηλητηρίαση. Αφού φάγαμε, ζητήσαμε τον λογαριασμό, ήρθε ένας τύπος με ματωμένη κελεμπία και μας είπε ότι χρωστάμε 70euro - παραλίγο τα τσιγκέλια να φιλοξενούσαν τουρμπάνια! Έγινε ένας επικός καυγάς και τελικά δώσαμε 30euro ανταλλάσοντας "γαλλικά" με τους υπαλλήλους!

Ο ήλιος ξεκινούσε την κάθοδο του στον ορίζοντα, και ενώ είχαμε ακόμα δύο ώρες φως, προσπεράσαμε την πολύβουη Σφάξ και συνεχίσαμε βόρεια προς την πόλη Ελ Τζεμ με το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το τρίτο μεγαλύτερο στον Κόσμο αλλά και το πιο καλοδιατηρημένο ρωμαϊκό απομεινάρι στην Αφρική. Η πόλη Ελ Τζεμ τάχθηκε στο πλευρό της Ρώμης κατά τον Γ’ Καρχηδονιακό πόλεμο και μετά την πτώση της Καρχηδόνας, απέκτησε την ελευθερία της και αποτέλεσε μια από τις πλουσιότερες πόλης της Ρωμαϊκής Αφρικής. Πλέον οι κάτοικοι ζουν στους ρυθμούς των μονομάχων μιας και το λείψανο της Ρωμαϊκής αρένας αποτελεί πόλο έλξης για όλους τους τουρίστες που επισκέπτονται την χώρα. Από την Ελ Τζέμ συνεχίσαμε βορειότερα για την Σους, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Τυνησίας όπου και διανυκτερεύσαμε κατάκοποι . Η αναζήτηση ξενοδοχείου δεν ήταν εύκολη υπόθεση και έπειτα από μια μικρή οδύσσεια εύρεσης ξενοδοχείου, βρήκαμε ένα τρίκλινο δωμάτιο σε ένα άθλιο ξενοδοχείο 3 αστέρων που κόστιζε 80ευρώ την βραδιά. Για κάτι πιο αξιοπρεπές, το κόστος διπλασιάζονταν! Οπότε αν έχετε σκοπό να μείνετε στην Σους καλύτερα να έχετε εξασφαλίσει την διαμονή σας ή ακόμα καλύτερα να μείνετε στην κοντινή πόλη Μοναστίρ όπου τα καταλύματα είναι φθηνότερα.

 Τουριστικό θέρετρο


Η Σους είναι μια πόλη με μεγάλη ιστορία, η οποία ιδρύθηκε από τους Φοίνικες τον 9ο αιώνα π.Χ. Υπήρξε η ναυτική βάση του Αννίβα και αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις κατά την διάρκεια των Καρχηδονιακών πολέμων.
Στις μέρες μας η Σους είναι ένα δημοφιλές τουριστικό θέρετρο, όπου μερικά από τα αξιοθέατα της βρίσκονται μέσα στην Μεντίνα - ενδεικτικά να αναφέρουμε το Μεγάλο Τζαμί του 9ου αιώνα, τα παζάρια και τα παλαιοπωλεία, τα καφενεία και οι μικρές βιοτεχνίες υποδημάτων, τα παραδοσιακά σπίτια με τα παράθυρα των γυναικών και τις τεράστιες πόρτες, την οδό ελ-Αγκλαμπα, τον γραφικότερο δρόμο της Μεντίνας, το Ριμπάτ ένα μικρό φρούριο που χρονολογείται από την εποχή των Αγκλαβίδων το 787μ.Χ., και άλλα πολλά. Η έξοδος από την κεντρική πυλη της Μεντίνας οδηγεί στην πλατεία Φαρχάτ Χασέντ που αποτελεί το κέντρο της Σους, αφού από εκεί ξεκινούν οι κυριότεροι δρόμοι της πόλης. Είναι ένας δημοφιλής τόπος συνάντησης για τους νέους και είναι πάντα γεμάτη με πλανόδιους πωλητές.

Εκεί συναντήσαμε και τον Αχμέτ, έναν μεσήλικα ο οποίος προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει στα σπλάχνα της Μεδίνας, εξιστορώντας παράλληλα και την ιστορία της ζωής του, που εύκολα θα γινόταν σενάριο για δραματική ταινία. Φυσικά το αποτέλεσμα το αντιλαμβάνεστε… Φιλικός, ευγενικός, γνώστης της ιστορίας του τόπου αλλά και των αξιοθέατων, μας ξενάγησε για περίπου μισή ώρα στα στενά σοκάκια, και αφού ολοκλήρωσε το "ποίημα" ζήτησε 50ευρώ από τον καθένα μας για να τις υπηρεσίες που πρόσφερε!Μα καλά στο αίμα τους τις έχουν αυτές τις χρεώσεις; Με 15euro έφυγε ικανοποιημένος πάντως... Το παζάρι γενικότερα σε αυτή την χώρα είναι φετίχ, τολμήστε το μέχρι τελικής πτώσης!
Το οδοιπορικό μας στην Αφρικανική χώρα έφτανε σιγά σιγά στο τέλος του, κι εμείς είχαμε δύο μέρες ακόμη στην διάθεσή μας για να γνωρίσουμε την Τύνιδα και τα προάστιά της μέχρι να μπούμε πάλι στο σαπιοκάραβο για την ρότα της επιστροφής.

 Σε γνωστούς τόπους λατρείας


Η απόσταση από την Σους προς την Τύνιδα είναι μικρή και γρήγορη. Κάναμε μια στάση στην παραλιακή πόλη Χαμαμάτ που θεωρείτε ότι έχει τις καλύτερες αμμουδερές παραλίες της χώρας και προσελκύει περισσότερους από 500.000 τουρίστες τον χρόνο. Νωρίς το απόγευμα τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο για να περάσουμε το τελευταίο μας βράδυ. Μεγάλη Παρασκευή όμως, έπρεπε να εκκλησιαστούμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών για τις ατασθαλίες της προηγούμενης μέρας (βλέπε αρνί). Φτάσαμε λίγο μετά τις 8 το βράδυ έξω από τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου που εδρεύει στην καρδιά της πόλης, στην οδό Ρώμης.

Η βαριά μεταλλική πόρτα άνοιξε και ο νεωκόρος του ναού έκπληκτος αναρωτήθηκε: "Έλληνες; Βάλτε μέσα τις μοτοσυκλέτες!" Αμέσως περάσαμε στον κυρίως ναό και η λειτουργία του επιταφίου ήταν σε εξέλιξη. Μετρημένες 10 ψυχές παρακολουθούσαν με κατάνυξη την θεία λειτουργία αλλά και παράλληλα έριχναν κοφτές ματιές στα πρόσωπα των τριών ανθρώπων με τα κράνη. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα, τα έντονα συναισθήματα, αφού σε μια μουσουλμανική χώρα, ηχούσε στα αυτιά μας το τροπάριο "η ζωή εν Τάφω", ενώ οι λιγοστοί Έλληνες μετανάστες δάκρυζαν ψάλλοντας παράλληλα με τους ιερείς. Για την ιστορία, η Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε γύρω στο 1862 με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού της βασιλείας του Σαντόκ Μπεη, έτσι ώστε η Ελληνική κοινότητα που ζούσε στην Τύνιδα να μπορεί να έχει δικό της τόπο λατρείας. Αξίζει να αναφέρουμε πως υπάρχουν άλλες δύο ορθόδοξες εκκλησίες στην Τυνησία: Η μια βρίσκεται στο νησί Τζέρμπα και η άλλη στην μεγαλούπολη Σφάξ. Μετά το πέρας της λειτουργίας ανταλλάξαμε ευχές με τους παρευρισκομένους και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο για τελευταία φορά. Το ταξίδι μας στην χώρα των Αντιθέσεων έφτανε πλέον στο τέλος του.

 Η Τύνιδα


Η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στην πρωτεύουσα της χώρας την Τύνιδα. Σημαντικό τουριστικό κέντρο της χώρας φιλοξενεί περισσότερους από δύο εκατομμύρια κατοίκους και περιστοιχίζεται από τρεις λίμνες. Η Τύνιδα χωρίζετε στην νέα πόλη με σύγχρονα κτίρια και μεγάλους δρόμους και την Μεδίνα όπου οι επισκέπτες έχουν την δυνατότητα να περιπλανηθούν στα δαιδαλώδη σοκάκια της αγοράζοντας τοπικά προϊόντα εξασκώντας την τέχνη του παζαριού!

Ως κέντρο της πόλης θεωρείται η λεωφόρος Χαμπίμπ Μπουργκίμπα και η πλατεία Ανεξαρτησίας. Στις εσχατιές της πόλης βρίσκεται και το μουσείο Μπαρντό με τα περίφημα Ρωμαϊκά ψηφιδωτά και τα ελληνιστικά ευρήματα του ναυαγίου της Μαχντία. Πρόσφατα έγινε και η τρομοκρατική ενέργεια του ISS στέλνοντας στον θάνατο 20 τουρίστες που απλά θαύμαζαν τα εκθέματα του μουσείου. Η ενέργεια αυτή των ισλαμιστών έστειλε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια την Τυνησία στα τάρταρα, και δύσκολα πλέον θα ανακάμψει η τουριστική βιομηχανία της χώρας.

Από την πρωτεύουσα κατευθυνθήκαμε ανατολικά προς την Καρχηδόνα όπου υπάρχουν διάσπαρτα τα ερείπια της αρχαίας πόλης της περίφημης αποικίας των Φοινίκων και των Ρωμαίων, χτισμένη το 814π.Χ.. Το προάστιο αυτό της Τύνιδας είναι από τα πλέον πλούσια της χώρας. Τεράστιες υπερπολυτελείς βίλες, περιποιημένοι δρόμοι και αρκετή αστυνόμευση σου δίνουν την εντύπωση πως βρίσκεσαι σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, παρά σε Αφρικανική. Το παράλογο είναι πως ακόμα και μέσα στις αυλές των σπιτιών-παλατιών διακρίνονται ερείπια από την πάλαι ποτέ μεγάλη Καρχηδόνα.

Συνεχίσαμε την πορεία μας ανατολικά προς το ανδαλουσιανό ψαροχώρι Σίντι Μπου Σαιντ με τις επιβλητικές κάτασπρες κατοικίες με τα μπλέ παράθυρα, τα μικρά γραφικά σοκάκια και την πανοραμική θέα προς την Μεσόγειο. Το χωριό ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα από Μουσουλμάνους πρόσφυγες οι οποίοι άφησαν τις εστίες στους στην Νότια Ισπανία διωκόμενοι από τους καθολικούς μονάρχες. Τα κατάλευκα σπίτια με τους εντυπωσιακούς χρωματισμούς και τις πολύχρωμες γλάστρες σού δίνουν την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε κυκλαδίτικο χωριό, παρά σε αφρικανική χώρα! Στο Σίντι μπου Σαιντ απολαύσαμε τον καφέ μας συνοδευόμενο από ναργιλέ στο πάτωμα του παραδοσιακού καφενείου Café des Nattes ρίχνοντας την αυλαία στο οδοιπορικό μας.

 Η χώρα των οάσεων


Το πλοίο σάλπαρε στις 00:10 το βράδυ, λίγο μετά την ανάσταση του Θεανθρώπου, μόνο που αντί για πολύχρωμα πυροτεχνήματα, κόκκινα αυγά και ευχές, βρεθήκαμε μαντρωμένοι για πέντε ώρες σε ένα χώρο αναμονής περιμένοντας να ανοίξουν οι μπουκαπόρτες του πλοίου - το πλοίο σάλπαρε τελικά στις 04:00 το πρωί…
Οι 31 ώρες που μας χώριζαν από τις Ευρωπαϊκές ακτές πέρασαν δύσκολα. Την Κυριακή που η χριστιανοσύνη γιόρταζε το Άγιο Πάσχα με αρνιά και κοκορέτσια, εμείς ήμασταν κλεισμένοι στην καμπίνα του σαπιοκάραβου. Στρώσαμε το Πασχαλινό τραπέζι που αντί για βουκολικά προϊόντα περιείχε ζαμπονάκι, γίγαντες και ντολμάδες, τσουγκρίσαμε αντί για κόκκινα αυγά, δύο μπύρες, και αφεθήκαμε στις όμορφες στιγμές που ζήσαμε τις προηγούμενες 7 ημέρες στην χώρα του γιασεμιού και των οάσεων.

Φωτογραφίες

Δημήτρης Κατσούλας

Ο Δημήτρης Κατσούλας σπούδασε μουσικολογία και εργάζεται ως ταξιδιωτικός σύμβουλος εταιρικών πελατών.

Παράλληλα είναι moto-blogger και λάτρης των ταξιδιών με μοτοσικλέτα.

Γνωστός στο χώρο της μοτοσικλέτας ως «Mototaxidiotis», τα τελευταία 25 χρόνια έχει διανύσει περισσότερα από 600.000 χλμ. με την μοτοσυκλέτα του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αποτυπώνοντας τις εμπειρίες στο προσωπικό του μπλογκ www.mototaxidiotis.gr και στο ΒΙΚΕΙΤ

Δημήτρης Κατσούλας Γράφτηκε από τον
Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 04 Απριλίου 2020 08:29

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
  • twitter
  • facebook icon
  • instagram
  • youtube
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ BIKEIT