Κατηγορία Dragster
Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019 17:09

Συνέντευξη - Σταμάτης Δημητριάδης, o άνθρωπος πίσω από την MotoMarket

Mr MotoMarket

Μια συνέντευξη στον Τάκη Μανιάτη

Πολυπράγμων, δραστήριος, ευέλικτος, αλλά κυρίως μοτοσυκλετιστής. Ο Σταμάτης Δημητριάδης μας μιλάει για το πάθος του με τους δύο τροχούς, και φυσικά για την πορεία της εταιρίας του, MotoMarket, που ηγείται στην Ελλάδα και επεκτείνεται σε όλο τον κόσμο.

BIKEIT: Κύριε Δημητριάδη, μιλήστε μας για την MotoΜarket, από πού ξεκίνησε, ποια είναι η ιστορία της.

Σταμάτης Δημητριάδης: H εταιρία ξεκίνησε το 1982. Βασικά ξεκίνησε από ένα χόμπι από μια ιδέα μοτοσυκλετίστικη. Μου άρεσαν τα δίκυκλα, είχα την τύχη να έχω τον πατέρα μου κάτοικο Ιταλίας, οπότε μετά ήταν εύκολη η πρόσβαση και το ταξίδι στην Ιταλία. Και έτσι σιγά-σιγά, πιο πολύ, ίσως για να εξυπηρετήσω κάποιες από τις μοτοσυκλέτες μου ξεκίνησα κάποιες εισαγωγές, έδαφος 100% παρθένο. Ήταν ελάχιστοι οι μοτοσικλετιστές τότε, συναντιόμασταν στο δρόμο γνωριζόμασταν, είχαμε κοινά σημεία συνάντησης και δεν μπορώ να πω ότι συνειδητοποίησα το πώς έφτασα ως εδώ που είμαστε σήμερα ή το πώς ανεβήκαμε στην πάροδο των ετών.

Πήγαινα στις εκθέσεις με μία ατελείωτη ορμή για να δω τα καινούρια μοντέλα και όχι τόσο για να δω τι βγήκε σε αξεσουάρ. Δεν ήμουν λάτρης των παπιών, ποτέ δεν φέραμε τίποτα για παπί. Όλοι με κορόιδευαν «καλά στην Ελλάδα, δεν έχεις για παπί;» στο τέλος όμως νομίζω ότι δικαιώθηκα γιατί τράβηξα τον δικό μου δρόμο σαν επιχείρηση, δεν έπεσα στην παγίδα «Όλοι να φέρουμε τα ίδια», και εντάξει , δόξα τον Θεό, φτάσαμε σε ένα καλό σημείο.

BIKEIT: Το 1982 λοιπόν είναι η χρονιά που ξεκινάτε ουσιαστικά την πορεία της εταιρίας. Έχετε ταξιδέψει, έχετε δει ότι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα κάποια αξεσουάρ, ο κόσμος εδώ δεν φοράει κράνος, δεν φοράει μπουφάν, μπότες κτλ, δεν ξέρει τι είναι αυτό καν…

Σταμάτης Δημητριάδης: Μα η Ιταλία ήταν πάντα μια χώρα με μεγάλη παράδοση στην μοτοσυκλέτα, δηλαδή οι άνθρωποι ακόμη και τότε ντύνονταν σωστά. Εγώ είχα πάριε ένα πρώτο επώνυμο παντελόνι από την γειτονιά που μέναμε σε ένα ξενοδοχείο που μετά από 20 χρόνια ανακάλυψα ότι είναι τόσο επώνυμο (Dainese ήταν), αλλά τότε δεν ήξερα τι είναι το όνομα. Εντάξει είχε τεράστια διαφορά, νομίζω ότι είναι άλλη κουλτούρα. Εμείς ακόμη και σήμερα παλεύουμε να φτάσουμε την ευρωπαϊκή κουλτούρα πάνω στη μοτοσυκλέτα.

BIKEIT: Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίσατε λοιπόν προσπαθώντας σε δύο τομείς: α) να εισάγεται τα προϊόντα σε μια χώρα που ενδεχομένως να μην ήξεραν καν τι είναι αυτό (τι είναι το κράνος, τι είναι το μπουφάν) β) Πόσο δύσκολο ήταν να πείσετε τους αναβάτες να χρησιμοποιούν αυτά τα προϊόντα.

Σταμάτης Δημητριάδης: Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο εμπόρευμα που ήρθε ήταν μια κούτα που την έβαλα κάτω από το βοηθητικό γραφείο του πατέρα μου, ήταν δηλαδή τόσο μικρή η εισαγωγή. Τα πράγματα τα βγάζαμε όταν νοίκιασα μαγαζί και τα βάζαμε πάνω στα κουτιά, δεν είχαμε καν ράφια. Άρα έγινε ένα ξεκίνημα σε μηδενική βάση. Στην αρχή δεν φέρναμε ούτε καν κράνη! Ίσως ήταν πιο σημαντικό τότε για έναν μοτοσυκλετιστή να έχει προστατευτικά κάγκελα για ένα CB750 (να μην πέσει η μοτοσυκλέτα κάτω) παρά να φοράει ένα κράνος, έδινε δηλαδή μεγαλύτερη σημασία σε αυτό.

Δεν μπορώ να πω ότι αντιμετωπίσαμε ποτέ πρόβλημα γιατί η αγορά έφτασε από το μηδέν να είναι μία πολύ καλή ευρωπαϊκή αγορά σε νούμερα. Απλά πιστεύω ότι είμαστε μια χώρα όπου κάποιος δίνει πιο πολλή σημασία τι τζιν θα φορέσει παρά τι κράνος θα φορέσει. Δηλαδή ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια μπορεί να έχει 150 ευρώ, όταν πάει να αγοράσει κράνος τα 30 ευρώ του φαίνονται πολλά.

Αυτό το δυσανάλογο στο πόσο επενδύει κανείς όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά στην ασφάλεια του είναι παράξενο. Έξω πάει ο άλλος και λέει “εγώ θα ντυθώ, με προστασίες, με τέτοια” ψάχνει κάτι καλό. Κατανοώ ότι δεν έχουμε ίσως το ίδιο βιοτικό επίπεδο αλλά και αυτό το “θέλω ένα κράνος μόνο για την Αστυνομία” μόνο εδώ το ακούς.

BIKEIT: Πότε άρχισε να αλλάζει αυτό; Στην πορεία, πότε διαπιστώσατε ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να φοράει κράνος πια για την ασφάλεια του; Υπάρχει αυτό ή υπάρχουν ακόμη προβλήματα;

Σταμάτης Δημητριάδης: Πάντα υπάρχουν γραφικοί. Πάντα υπάρχουν γραφικοί που μπαίνουν μέσα και σου ζητάνε ένα κράνος μόνο για την Αστυνομία. Πιστεύω όμως ότι πάνω από δέκα χρόνια τώρα υπάρχουν πολύ συνειδητοποιημένοι μοτοσικλετιστές, άλλωστε και εγώ είμαι ακόμη ενεργός μοτοσυκλετιστής, έχω παρέες βγαίνω έξω και είμαι πολύ χαρούμενος όταν βλέπω μια παρέα σωστά ντυμένη, με τις βαλίτσες τους, εξοπλισμένοι, να οδηγούν και σωστά.

Πιστεύω ότι κάποτε η μοτοσυκλέτα στην Ελλάδα ήταν “Ρόδα, τσάντα, κοπάνα, σούζα”, δεν ήταν το σωστό πράγμα. Σίγουρα ήταν μια εκτόνωση της νεολαίας. Αφενός σκοτώθηκαν πάρα πολλοί άνθρωποι και νομίζω ήταν λάθος η ιδέα του μοτοσυκλετιστή. Για μένα ο μοτοσυκλετιστής είναι αυτός ο οποίος θέλει να έχει καλύτερη επαφή με τη φύση θέλει να νιώθει πιο έντονα το ταξίδι του, θέλει να γνωρίσει διαφορετικά τον κόσμο, μέσα σε ένα κλίμα περιπέτειας. Επίσης μοτοσυκλετιστής είναι αυτός ο οποίος από ανάγκη οδηγεί μοτοσυκλέτα για να κινείται μέσα στην πόλη, για να μπορεί να κινηθεί πιο γρήγορα, πιο εύκολα, χαρισματικά σε σύγκριση με τους αυτοκινητιστές.

Με ενοχλεί ακόμη το ότι υπάρχουν άνθρωποι που την μοτοσυκλέτα την χρησιμοποιούν για λόγους επίδειξης, για λόγους κόντρας. Όχι πως στο μυαλό μας δεν είχαμε ποτέ το γρήγορο και τον ανταγωνισμό. Αλλά όχι και αυτοσκοπός πια. Δηλαδή “να μαζεύονται τα βραβεία”. Στοιχίζει ανθρώπινες ζωές αυτό το πράγμα. Θα μπορούσαν να πάνε σε μία πίστα, θα μπορούσαν να το κάνουν πιο οργανωμένα. Σε όλους μας αρέσει η ταχύτητα, γιατί να διακινδυνεύουμε όμως;

BIKEIT: Μέχρι τις αρχές του '90, η εταιρία τι εισάγει;

Σταμάτης Δημητριάδης: Εμείς ξεκινήσαμε με πρώτη μας εταιρία την Stilmotor, ήταν κάτι σαν την Acerbis, μια παραπλήσια εταιρία που έβγαζε είδη enduro. Στο μυαλό μου πάντα είχα τους αγώνες Rally, ακόμη και το σηματάκι μου είναι “κλεμμένο” από κάτι σαν το Paris-Dakar. Εμένα το ίνδαλμά μου ήταν αυτός ο αγώνας. Έτσι ήθελα να στήσω κάτι το οποίο να είναι ένα Tenere, να είναι σωστά εξοπλισμένο. Είχα πάρει εταιρίες πολύ παράξενες για την εποχή, θυμάμαι την Ricky Cross, η οποία έβγαζε προστατευτικά κάγκελα για μεγάλα enduro, για πλαϊνές τσάντες, για φανάρια μπροστά. Η αλήθεια είναι ότι είχα τοποθετηθεί λάθος, δεν ήταν εμπορικά τα πράγματα για την χώρα μας τότε.

BIKEIT:  Ήταν όμως αυτό που θέλατε προσωπικά;

Σταμάτης Δημητριάδης: Ήταν το όνειρο μου. Εντάξει, δεν μπορούσα να συμμετέχω σε έναν αγώνα (rally). Δεν είχα ούτε τη σωματική διάπλαση, ούτε τις ικανότητες, ούτε την οικονομική άνεση. Αλλά το όνειρό μου ήταν τότε που έβλεπα ένα XT500 να τρέχει Paris-Dakar. Ήταν για μένα κάτι άπιαστο. Μετά αυτό μεταφέρθηκε και στο χώμα. Η Ελλάδα προσφέρεται για χωμάτινες διαδρομές, εκδρομή με enduro στη φύση. Ήταν μια άλλη διάσταση ο μοτοσυκλετισμός και ακόμη είμαι μοτοσυκλετιστής και ακόμη μου αρέσουν αυτά τα πράγματα. Τα ίδια κάνω και σήμερα απλά ίσως με άλλη άνεση.

BIKEIT: Πότε συνειδητοποιήσατε ότι έπρεπε να κινηθείτε σε κάποιο άλλο δρόμο και πότε αρχίσατε να ασχολείστε περισσότερο με τον εξοπλισμό αναβάτη;

Σταμάτης Δημητριάδης: Ακολούθησα κάποιες συμβουλές. Μια συμβουλή ήταν “μην κρίνεις από αυτά που σου αρέσουν, κοίτα αυτό που θέλει η αγορά”. Αυτό έφαγα δυο-τρία χρόνια για να το καταλάβω. Μετά μια άλλη συμβουλή που ακολούθησα, από τον πατέρα μου ήταν το “όταν υπάρχει κρίση κάνε επίθεση”. Τότε ήμουν νέος, στο ξεκίνημα, αν θυμάμαι καλά το 1985 είχε γίνει μια υποτίμηση. Για πρώτη φορά έβαλα παραγγελίες τριπλάσιες από τα χρήματα που είχα και όλα μου πήγαν καλά. Έκανα μια δεκαετία για να τραβήξω μια γραμμή και δεν είναι μόνο να τραβήξεις μια γραμμή αλλά να διαλέξεις και τις σωστές εταιρίες οι οποίες θα σε συντροφεύουν στην υπόλοιπη ζωή σου. Δηλαδή τότε η πιο γνωστή βαλίτσα ήταν η Nonfango, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Άρα τότε αν είχα την Nonfango και τραβούσαμε την πορεία μαζί, σήμερα δεν θα είχα βαλίτσες. Εγώ διάλεξα την Kappa την οποία την εξαγόρασε η Givi, άρα ήταν μια λογική συνέχεια, δηλαδή στάθηκα τυχερός. Θέλει και τύχη.

Δεν νομίζω ότι κανένα από τα μυαλά της εποχής ξεκίνησε να εμπορεύεται είδη μοτοσυκλέτας έχοντας μια στρατηγική. Σήμερα υπάρχει μια στρατηγική, υπάρχει ένα κοινό, υπάρχουν ενάμιση εκατομμύριο μοτοσυκλέτες, υπάρχουν μαγαζιά, παίρνεις δεδομένα, στατιστικά. Τότε ποια στατιστικά να έπαιρνες; Τότε έφερνες μια κόκκινη χειρολαβή και ήταν κάτι πρωτοποριακό αλλά το προηγούμενο νούμερο ήταν μηδέν. Και αν πουλούσες δέκα κομμάτια ήταν επιτυχία. Σήμερα με δέκα κομμάτια αναρωτιέσαι γιατί ασχολείσαι.

Άρα τρία-τέσσερα χρόνια φάγαμε στα χόμπι μας, δέκα χρόνια φάγαμε στην αναζήτηση, μετά νομίζω μπήκαμε σε ένα καλό δρόμο.

BIKEIT: Ήταν η περίοδος που έχετε κατασταλάξει με τις εταιρίες, έχετε αρχίσει και επεκτείνεστε και είσαστε ακόμη στην Θεσσαλονίκη. Ποιος ήταν αυτός ο δρόμος μετά;

Σταμάτης Δημητριάδης: Είμαι Θεσσαλονίκη γιατί πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή το να κρατήσω αποθήκες στην Αθήνα κοστίζει πιο πολύ από το να τις έχω στην Θεσσαλονίκη. Το κόστος του να στείλω από εδώ 100 δέματα είναι πολύ μικρότερο από το να τα στείλω από την Ελευσίνα στην Αθήνα. Άλλωστε εδώ μένω, εδώ μεγάλωσα, μου αρέσει η περιοχή μου, έχουμε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, οπότε θα μου άλλαζε όλος ο τρόπος ζωής. Θα έπρεπε να τα νοικιάσω, να πάω εκεί, να πάω Logistics.

BIKEIT: Η μεγάλη επέκταση της εταιρίας γίνεται την δεκαετία του '90;

Σταμάτης Δημητριάδης: Μέχρι το 2010 δεν υπήρξε χρόνος που να είναι χειρότερος από τον προηγούμενο. Ήταν μια ατελείωτη σκάλα κάθε χρόνος. Μετά έκανε βέβαια μια κοιλιά με την κρίση. Πάλι μπορώ να πω ότι είχαμε ένα όραμα και όχι τόσο πολύ μια στρατηγική. Τα τελευταία χρόνια έχουμε αλλάξει 100% με το μεγάλο σχολείο της κρίσης. Ήταν κάτι που μας στενοχώρησε και εγώ προσωπικά έχω κλάψει μέσα στην κρίση από την στενοχώρια μου για αυτά που συμβαίνουν. Αλλά ήταν ένα πάρα πολύ μεγάλο σχολείο. Στην πραγματικότητα εγώ έγινα έμπορος με τα debit control. Τότε συνειδητοποίησα πώς πρέπει να πουλάμε. Πριν ήμασταν ευκολόπιστοι, πουλούσαμε εύκολα, όλοι ήταν έμποροι. Ο άλλος είχε 1.000 ευρώ, τα έβαζε στην τράπεζα, έπαιρνε ένα καρνέ επιταγών έκοβε 20.000 επιταγές και δούλευε. Δεν πήγαινε καλά; Το έκλεινε, στα φέσωνε, το έκανε ''γύριζε'' στην γυναίκα του. Σήμερα δεν έχει τέτοια, τελείωσε. Ανοίγεις μαγαζί, αν δεν έχεις λεφτά δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα. Καρνέ για να σου δώσουν πρέπει να σε γυρίσουν ανάποδα τρεις φορές και να σε χτυπήσουν. Άρα πέρασαν πάρα πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε στο τέλος πως πρέπει να δουλεύουμε και θα το πω πολύ απλά: Ο πελάτης θέλει να χρησιμοποίει την αποθήκη σου. Άρα εγώ πρέπει να έχω μια πολύ μεγάλη αποθήκη με έτοιμο προϊόν για να το πουλήσω. Αν δε πάρω λεφτά από τον πελάτη μου για να έχω εμπόρευμα, πώς θα το κάνω; Είναι ένας κύκλος. Τότε στηριζόμασταν σε πολύ εύκολες τράπεζες, με ένα τηλέφωνο σου βάζανε λεφτά. Δεν ήταν όμως εμπόριο. Είκοσι χρόνια σχεδόν περάσανε από αυτή τη χώρα χρησιμοποιώντας το χονδρεμπόριο, δεν μιλάω μόνο για τον δικό μας τομέα, αλλά για όλη την Ελλάδα, σαν την ανάταση της αγοράς. Δηλαδή ο χονδρέμπορος απορροφούσε όλους τους κακοπληρωτές οι οποίοι ήθελαν να νομίζουν ότι είναι επιχειρηματίες. Και όταν καμιά φορά ακούω ότι οι τράπεζες δεν στήριξαν, εγώ θα κάνω μια απλή ερώτηση: “Δεν έχεις μια και χρωστάς 100.000. Περιμένεις να βρεθεί τράπεζα να σε στηρίξει. Ο αδερφός σου δεν μπορεί να σε στηρίξει, γιατί να σε στηρίξει η τράπεζα;” Εγώ ποτέ δεν τους είδα αντίθετους, αλλά και δεν εκτέθηκα ποτέ. Ακόμη και μέσα στην βαθιά κρίση μια χαρά ήταν οι τράπεζες, απλά ελάττωσαν το ρίσκο τους. Αυτή σημαίνει δύναμη σε αυτούς που ξέρουν ότι είναι σοβαροί. Το πελατολόγιο που υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα, σαν εισαγωγείς, δεν νομίζω ότι εκτέθηκε ποτέ από κάποια τέτοια υποστήριξη.

BIKEIT: Μέχρι το 2010 λοιπόν, η αγορά πηγαίνει μόνη της. Έχει πολύ καλές πωλήσεις, η μοτοσυκλέτα έχει ανοδική τάση και ο κόσμος έχει μάθει πλέον ότι πρέπει να φοράει εξοπλισμό ασφάλειας. Ποιες είναι οι εταιρίες που είχατε τότε και πήγαιναν καλύτερα και με ποιες έχετε συνεχίσει;

Σταμάτης Δημητριάδης: Μέχρι τότε όλα πήγαιναν μόνα τους και όλα ανέβαιναν - ακόμη και ένας κακός επαγγελματίας προχώραγε. Μετά, όταν “τα νερά τραβήχτηκαν” φάνηκαν αυτοί που μπορούν να επιβιώσουν. Εμείς ήμασταν τυφλοί, νομίζαμε ότι ήμασταν σε μία αγορά, μια μεγάλη αγορά που μπορούσε να απορροφήσει τα πάντα και δεν είδαμε ποτέ ότι είμαστε ένα μυρμήγκι μπροστά στην ευρωπαϊκή αγορά. Δεν κάναμε τα δικά μας brand names, δεν αναπτύξαμε παράλληλα με άλλες εταιρίες της Ιταλίας με τις οποίες εγώ ξεκίνησα την ίδια εποχή την 10ετία του '80, με τις οποίες ο τζίρος μας απέχει ένα μηδενικό από πίσω. Δηλαδή ο Ιταλός έχει και ένα μηδενικό από πίσω. Άρα δεν μπορώ να θεωρήσω ότι εμείς είχαμε την επιτυχημένη πορεία.  Είχαμε την επιτυχημένη πορεία για τα ελληνικά δεδομένα, με πελατολόγιο στην υπόλοιπη Ευρώπη, ένα ίσως δύο μαγαζιά. Και βρίσκεσαι με ανθρώπους, με Ιταλούς που ξεκίνησες μαζί, και σου λένε “εγώ έχω 72 πελάτες”, 72 χώρες δηλαδή όχι πελάτες (σ.σ. καταστήματα). Και ξαφνικά νιώθεις και καταλαβαίνεις ότι έκανες μεγάλο λάθος. Εμείς ανακατευτήκαμε κατασκευαστικά. Κατασκευάσαμε δηλαδή εξατμίσεις, κάναμε δύο εκθέσεις και EICMA και πήγαμε στην Γερμανία, στην Κολωνία. τότε ήταν Μόναχο νομίζω. Ποτέ όμως στην πραγματικότητα δεν κοιτούσαμε στην ξένη αγορά. Και όλα αυτά τα κάναμε γιατί πουλούσαμε πολύ καλά στην Ελλάδα και θέλαμε να τσιμπήσουμε και κάτι έξω. Μετά την κρίση και από τότε που έχει έρθει και ο γιος μου στην επιχείρηση, τα μυαλά μας έχουν αλλάξει 100%. Το όνειρό μας είναι να γίνουμε το cash & carry των Βαλκανίων και σχεδόν το έχουμε καταφέρει. Αν δεν κάνουμε τρεις εξαγωγές την εβδομάδα δεν νιώθουμε καλά. Έχουμε πιάσει όλα τα Βαλκάνια και προσπαθούμε αυτή τη στιγμή  να πουλήσουμε και σε άλλες χώρες πολύ πιο ανταγωνιστικές με πολύ μεγάλο νούμερο μοτοσυκλετών. Ήδη τώρα διαπραγματευόμαστε να κάνουμε περίπτερο στο Μιλάνο, έχουμε κάνει δικά μας brand names, τα οποία πάνε πάρα πολύ καλά, περνάμε προδιαγραφές, το κυνηγάμε σχεδιαστικά και θα πω τώρα μια συζήτηση που είχαμε κάνει με τον ιδιοκτήτη των κρανών Lazer πριν πάρα πολλά χρόνια, ένας Βέλγος ήταν. Με είχε ρωτήσει αν υπάρχουν εταιρίες που κάνουν κράνη στην Ελλάδα και του είπα “ναι, μία στην Αθήνα και μία στην Καβάλα”. Μου λέει “προδιαγραφές περνάνε”, του λέω ”όχι”. Μου λέει “Θα κλείσουν”. Του λέω “γιατί θα κλείσουν”. Μου λέει “Γιατί τώρα εγώ μπορεί να κατασκευάζω στο Βέλγιο, αύριο θα πάω να κατασκευάσω σε μία άλλη χώρα που θα έχει το μισό κόστος, μεθαύριο σε μία χώρα που θα έχει το ένα τέταρτο. Άρα αυτό που ξεχωρίζει θα είναι η σχεδίαση, οι προδιαγραφές, η τιμή μου, τα πάντα. Εσείς τώρα από όλα αυτά (σχεδίαση, προδιαγραφές, τιμή) πιάνετε μόνο το ένα. Την τιμή. Αυτό κάποτε θα κριθεί. Θα έρθει κάποτε κάποιος που θα έχει και τα άλλα δύο.” Και έτσι έγινε, κλείσανε. Κατά βάθος και αυτοί επιβίωσαν σε ένα ανέβασμα επάνω, βγάζανε ένα προϊόν με ποιότητα από μέτρια έως κακή και το μοναδικό κριτήριο για να πουληθεί ήταν η τιμή, Αμφιβάλλω και αν ήξεραν τι όνομα αγόραζαν.

BIKEIT: Πείτε μου λίγο για τα δικά σας brand names. Ξεκινήσατε με εξατμίσεις;

Σταμάτης Δημητριάδης: Κάναμε εξατμίσεις, τις λέγαμε Pro Action. Μάλιστα είχαμε κάνει και μια συμφωνία με την Maico, εξάγαμε και στη Maico μέχρι που φαλίρισαν, δεν ήμασταν εμείς οι άτυχοι, αυτοί, απλά έκανα λάθος χειρισμούς. Είχαμε κάνει εξαγωγές και στην Polo, είχαμε κάνει εξαγωγές και σε μια άλλη γερμανική εταιρία (πλαϊνούς σάκους για chopper), εξάγαμε στην Givi για πάρα πολλά χρόνια τους πλαϊνούς της σάκους για chopper, μέχρι που έκλεισαν οι βιοτεχνίες στην Ελλάδα. Παλιά μπορούσα να κάνω σχεδόν τα πάντα. Τώρα δεν μπορώ να κάνω σχεδόν τίποτα. Δεν υπάρχει ραπτομηχανή, δεν υπάρχουν πρώτες ύλες, έχει εξαφανιστεί κάθε έννοια παραγωγής και αυτό με λυπεί πολύ γιατί η ανάπτυξη εδώ δεν μπορεί να έρθει κατασκευάζοντας στην Ασία. Ένα το φορολογικό, ένα του ότι είμαστε 90 χλμ. από την Βουλγαρία, με πολύ μικρότερα κοστολόγια και όχι τόσο σαν μισθούς. Νομίζω ένας καλός επιχειρηματίας το τελευταίο πράγμα που θα κοιτάξει είναι ο μισθός. Αν αποδίδει ο εργαζόμενος θα του δώσει και άλλα. Το όλο περιβάλλον είναι αρνητικό στην Ελλάδα: Οι εφορίες, κάθε μέρα δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει, υπάρχει μια πολιτική αστάθεια, κάθε δύο χρόνια έχουμε καινούρια πράγματα. Ευτυχώς τουλάχιστον δεν μας κοροϊδεύουν, σταμάτησαν να μιλάνε για ανάπτυξη σε αυτή τη χώρα, τουλάχιστον διέγραψαν αυτή τη λέξη από το λεξιλόγιό τους. Γιατί η ανάπτυξη δεν μπορεί να έρθει μόνο λέγοντας. Πρέπει να κάνεις κινήσεις. Και ειδικά η Β. Ελλάδα, με σύνορα με χώρες που έχουν εφορία το 1/4 από εμάς και πολύ καλύτερο περιβάλλον. Μένουμε όμως εδώ, δεν πήγαμε ακόμη εκεί...

BIKEIT: Ακολούθησαν τα κράνη;

Σταμάτης Δημητριάδης: Στα κράνη είναι χιλιάδες εταιρίες, όλοι πια κάνουν φασόν κράνη, δεν νομίζω ότι ξοδεύουμε πάρα πολύ χρόνο σε σχεδιασμό, στο κράνος αυτή τη στιγμή μετράει η τιμή του. Όχι πως είναι κακά σαν ποιότητα. Μπορεί να γίνεται το ίδιο με ένα επώνυμο κράνος. Αλλά το επώνυμο κράνος έχει ξοδέψει χρόνια για να γίνει επώνυμο, έχει στοιχήσει χιλιάδες ευρώ σε εξέλιξη, σε οδηγούς, κ.ο.κ., οπότε εκεί πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε με τα μέσα που έχουμε εμείς σε κάτι πολύ επώνυμο. Στα ρούχα όμως ήταν κάτι που δεν το περιμέναμε ούτε εμείς, με τον γιο μου. Απίστευτη εξέλιξη, απίστευτα κομμάτια. Νομίζω ότι στις γειτονικές χώρες το δικό μας brand name είναι πιο επώνυμο από τα brand names τα οποία αυτή τη στιγμή φιγουράρουν στην κεντρική Ευρώπη. Δηλαδή σε κάποιες χώρες το όνομα των ρούχων μας είναι πιο σημαντικό από όλα τα άλλα.

BIKEIT: Μιλήστε μου για την Nordcap. Πότε ξεκίνησε σαν ιδέα;

Σταμάτης Δημητριάδης: Η Nordcap ξεκίνησε πριν από 13 χρόνια αλλά ξεκίνησε με λάθος ιδέα. Ξεκίνησε με αυτό που περιέγραφα πριν. Να έχω ένα φτηνό προϊόν, να πουλάω. Ποτέ δεν νοιαστήκαμε για τον σχεδιασμό, ποτέ δεν νοικιαστήκαμε για την ποιότητα και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το 1/3 από αυτά που θα έπρεπε να είχαμε, δηλαδή η τιμή. Όταν ήρθε η κρίση και ένα μπουφάν μιας επώνυμης εταιρίας ήταν πια πάρα πολύ ακριβό για τον μέσο καταναλωτή στην Ελλάδα, (ένα μπουφάν μεσαίο έκανε 250 ευρώ και ο άλλος ήθελε να ξοδέψει 100 ευρώ), εμείς εκμεταλλευτήκαμε αυτό ακριβώς το σημείο. Κατασκευάσαμε μια σειρά ρούχων η οποία ήταν μεταξύ 90 και 150 ευρώ. Είχε τρομερή επιτυχία. Βέβαια κατασκευάσαμε μια σειρά ρούχων με μια τεχνογνωσία που είχαμε από το 1982, με μια αγάπη στο ότι οι ίδιοι τα φοράμε και τα δοκιμάζουμε. Δεν περνάει ένας κατασκευαστής από την Ασία να του δώσουμε μια παραγγελία στα πέντε δείγματα. Τα σχεδιάζουμε εμείς.

Αυτή τη στιγμή έχουμε φτάσει, όχι μόνο να σχεδιάζουμε, όχι μόνο να εισάγουμε από την Κορέα υφάσματα ή από το Χονγκ Κονγκ και να τα στέλνουμε στον κατασκευαστή μας. Ήδη δουλεύουμε τη σειρά του 2021. Δεν έχει καμία σχέση αυτό που κάναμε πριν από δέκα χρόνια με αυτό που κάνουμε σήμερα.

Το Nordcap το πήραμε από ένα ασήμαντο brand name, το κάναμε όνομα στην χώρα μας, προσπαθήσαμε να βγούμε έξω, αντιμετωπίσαμε κάποιες δυσκολίες με το όνομα γιατί υπήρχε και αλλού κάποια κατοχύρωση του ονόματος. Γι αυτό, από το να μπλέξουμε με τα δικαστικά αποφασίσαμε να το κάνουμε Nordcode. Έγινε Nordcode, έγινε πατέντα με τα σήματα, με όλα, πάμε πάρα πολύ καλά. Κάναμε και δεύτερο brand name το “Fovos” που το πατεντάραμε και αυτό το οποίο θα είναι λίγο πιο adventure. Και τα κράνη μας τα έχουμε πατενταρισμένα και πλέον η εταιρία έχει δώσει το βάρος στην παραγωγή η οποία να σας πω την αλήθεια, ήδη μόνο η Nordcap είναι πάνω από το 30% του τζίρου μας. Αν βάλουμε και τα κράνη, και την Fovos τότε σχεδόν το 40% είναι τα δικά μας προϊόντα. Τα μισά σχεδόν είναι εξαγώγιμα.

BIKEIT: Τι προβλήματα αντιμετωπίσατε για να κατασκευάσετε καταρχάς προϊόντα, να βρείτε τα κατάλληλα υλικά για να τα κάνετε ανταγωνιστικά, να εισάγετε εδώ και να κατοχυρώσετε  και μετά να φτάσετε στις εξαγωγές;

Σταμάτης Δημητριάδης: Δεν νομίζω ότι είναι θέμα προβλήματος. Είναι θέμα εμπειρίας και τεχνογνωσίας. Εγώ βλέπω άλλους προμηθευτές μου που ασχολούνται χρόνια ότι μπορούν να πάρουν ένα αποτυχημένο ύφασμα. Εδώ εγώ πήρα ένα μπουφάν άλλης εταιρίας και σε τέσσερις μέρες είχε ξεβάψει ένα κομμάτι πάνω του. Δεν μπορείς να πεις ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είχε εμπειρία. Καμιά φορά και η τύχη παίζει άσχημα παιχνίδια και όταν αυτό είναι και ακριβό, τότε είναι που σε “τιμωρούν” κιόλας. Όταν είναι φτηνό μπορούν και να το παραβλέψουν. Δεν υπάρχει οργανωμένο πράγμα να πεις ότι θα πάω στην Ελλάδα σε σχεδιαστές ρούχων για μοτοσυκλέτα. Πασχίζουμε με κάποια καλά μυαλά για να το κάνουμε σχέδιο, αλλά ένα σχέδιο δεν πάει να πει ότι γίνεται και πατρόν για να το κάνεις ρούχο. Γιατί στο χέρι όλα είναι εύκολα.

Στη Θεσσαλονίκη έχουμε έναν σωστό σχεδιαστή ο οποίος μπορεί να κάνει το σχέδιο και πατρόν, ο οποίος επειδή είναι σωστός δουλεύει 90% με το εξωτερικό. Είμαστε σε αυτό το στάδιο τώρα, να προσπαθήσουμε να κάνουμε 100% δικά μας σχέδια, γιατί όλα τα προηγούμενα έρχονται από μία μίξη υπαρχόντων σχεδίων στην αγορά, με προσθήκες. Εγώ έχω δει το ίδιο μπουφάν σε τέσσερις εταιρίες στο εξωτερικό. Όλοι λίγο πολύ θέλουμε να έχουμε ένα casual μπουφάν το οποίο πρέπει να μοιάζει casual. Απλώς θέλουμε να δώσουμε τον δικό μας χαρακτήρα.

Με το σχεδιαστικό, ασχολείται πάρα πολύ ο γιος μου ο Αλέξανδρος. Εγώ ασχολούμαι με το κατασκευαστικό. Θέλω να τελειώσω γρήγορα και καλά, και με καλό κοστολόγιο. Το αν θα πρέπει να κάνω ένα πάρα πολύ δύσκολο σχέδιο, το οποίο θα έχει ακριβό κοστολόγιο, θα το σκεφτώ δύο φορές.

BIKEIT: Μιλήστε μου λίγο για το κοστολόγιο. Βλέπω ότι οι τιμές σας κινούνται από 100 μέχρι και 220 ευρώ. Πιστεύετε ότι πρέπει να παραμείνει σε αυτά τα νούμερα η Nordcap ή πρέπει να ανέβει και παραπάνω; Και γιατί να μην ανέβει και παραπάνω αφού είναι εξαιρετικό προϊόν;

Σταμάτης Δημητριάδης: Πιστεύω ότι δεν πρέπει να πουλήσουμε το κοινό μας. Πολλά brand names του εξωτερικού από Χ πήγαν στα 2Χ και μπορεί να κράτησαν κάποιες αγορές αλλά κάποιες άλλες τις έχασαν. Η δική μας αγορά είναι μια αγορά δύσκολη, δηλαδή η κρίση δεν έχει τελειώσει ακόμη αν και πέρασαν 10 χρόνια. Και επειδή από τα 1.500.000 δίκυκλα που υπολογίζω ότι κινούνται δεν είναι πάνω από 150.000 οι συνειδητοποιημένοι που κάνουν τουρισμό και ταξίδια (μπορεί να είπα και πολλούς, ίσως πάρα πολλούς), ένα πολύ μεγάλο κοινό είναι κίνηση στην πόλη, άρα το "κίνηση στην πόλη", ο άλλος θέλει να την βγάλει φτηνά, θέλει να πάρει ένα ζευγάρι γάντια και ξέρει ότι θα τον βγάλει έναν χρόνο. Θα ξαναπάρει. Δεν ψάχνει το προϊόν που θα τον βγάλει πέντε χρόνια. Επίσης ένα πολύ μεγάλο νούμερο είναι στις ενοικιάσεις. Δηλαδή αυτό το νούμερο που ακούμε, κατασταλαγμένους μοτοσυκλετιστές που θα ντυθούν στο τέλος πάρα πολύ σωστά, δεν είναι ούτε το 10%.

Άρα θα πρέπει λοιπόν να απευθυνόμαστε και σε αυτό το κοινό, γιατί το νούμερο είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με τον πληθυσμό, της χώρας μας. Σε αντίστοιχες χώρες με τον ίδιο πληθυσμό πουλάνε 2.000 δίκυκλα τον χρόνο και εμείς τώρα που είμαστε στα “μαύρα” μας πουλάμε 30.000-35.000, θα πρέπει να μην το ξεχάσουμε αυτό το κοινό. Όταν φτάσουμε στο σημείο να γίνουμε πιο επώνυμοι στον ευρωπαϊκό χώρο, τότε σίγουρα θα ανέβουμε και πιο πάνω. Τώρα είμαστε όσο πιο πάνω γίνεται με όσο πιο καλή τιμή γίνεται.

BIKEIT: Μιλήστε μου για τις προδιαγραφές CE. Τι προβλήματα αντιμετωπίσατε για κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα.

Σταμάτης Δημητριάδης: Αυτό ήταν κάτι που μου έφαγε 14 μήνες! Πρώτα είναι το πρόβλημα της άδειας, για να πάρεις την έγκριση. Αυτή τη στιγμή υπήρχαν μια-δυο εταιρίες στην Ιταλία με ένα δύο ρούχα με τριπλάσιο κοστολόγιο από τα δικά μας. Πολλές εταιρίες στην Γαλλία γιατί η Γαλλία ήταν μια αγορά που άρχιζε να εφαρμόζει το CE πιο νωρίς από εμάς. Οπότε για εμάς ήταν κάτι εντελώς άγνωστο. Ξεκινήσαμε να στέλνουμε τα προϊόντα σε μια εταιρία αξιολογήσεων και να κάνουμε τα τεστ στην Ιταλία. Αυτοί καίγονται γιατί είχαν πάρα πολλή δουλειά με αποτέλεσμα να καθυστερήσουμε αρκετούς μήνες. Μετά πήγαμε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεκατέσσερις μήνες έκανε όλη η υπόθεση. Οι τέσσερις βέβαια ήταν αυτοί που απασχοληθήκαμε για να πάρουμε το CE. Βέβαια μάθαμε πάρα πολλά, πάρα πολλά. Μάθαμε πώς πρέπει να ράβουμε ένα ρούχο, πού να προσέχουμε, τι υλικά πρέπει να χρησιμοποιούμε. Οι άνθρωποι κάνουν απίστευτη δουλειά. Να φανταστείτε ότι παίρνουν ένα μπουφάν, το πλένουν πέντε φορές, το βάζουν σε φούρνους, σε ψυγεία, βλέπουν τις τριβές του, και τι δεν το κάνουν. Ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο γιατί πήγα και εγώ στην Αγγλία και γύρισα όλες τις εγκαταστάσεις. Να φανταστείτε ότι έχουν 220 υπαλλήλους. Μια εταιρία που βγάζει προδιαγραφές από το αφρολέξ του καναπέ που κάθεσαι μέχρι ό,τι μπορείς να φανταστείς. Όταν περνάς αυτό το μεγάλο σχολείο αρχίζεις και γνωρίζεις πολλά περισσότερα πράγματα για την κατασκευή, για το πώς πρέπει να φτιάξεις ένα ρούχο και βλέπεις κιόλας ότι υπήρξαν εταιρίες που έκαναν όντως λάθη στην κατασκευή. Κάποτε ένας συνεργάτης μου έπεσε με το μηχανάκι με ένα τρυπητό καλοκαιρινό μπουφάν. Το σημείο στο χέρι ήταν επίσης από τρυπητό ύφασμα. Δεν έμεινε τίποτα! Ούτε η προστασία έμεινε αφού το τρυπητό ύφασμα διαλύθηκε. Στο νοσοκομείο καταλήξαμε. Πανάκριβο ρούχο.

Σήμερα με όλα αυτά που έχουμε πάρει, την καθοδήγηση, το πώς πρέπει να κατασκευάζεται, ξέρουμε πώς να κατασκευάζουμε από την αρχή ένα ρούχο το οποίο θα μπορέσει να πάρει τις προδιαγραφές. Εμείς ετοιμάζουμε τώρα ένα πακέτο γύρω στα επτά μπουφάν, τρία παντελόνια, πέντε ζευγάρια γάντια να τα στείλουμε να τα περάσουμε όλα CE. Όχι γιατί το απαιτεί η χώρα μας αλλά γιατί αν θέλουμε να δούμε εξαγωγικά πλέον πωλήσεις και καλές πωλήσεις θα πρέπει να συμβαδίζουμε, ακόμη θα έλεγα να ξεπερνούμε τους επώνυμους Ευρωπαίους, γιατί ο επώνυμος Ευρωπαίος έχοντας το όνομα εξάγει πιο εύκολα από μας, ήδη έχει στρώσει την αγορά του. Εμείς για να μπούμε θα μας γυρίσουν ανάποδα και θα μας χτυπήσουν πολλές φορές. Οπότε αυτή τη στιγμή όλη η ενέργεια της εταιρίας πηγαίνει στο πως θα περάσουμε τις προδιαγραφές, πώς θα κάνουμε την καλύτερη γκάμα, πώς θα έχουμε σωστές τιμές και πως θα μπορέσουμε να διευρύνουμε τις εξαγωγές μας.

BIKEIT: Η γκάμα του 2019 καλύπτει αυτές τις προδιαγραφές ή είναι κάτι που θα εφαρμοστεί στα νέα μοντέλα;

Σταμάτης Δημητριάδης: Η γκάμα του 2019 αυτή τη στιγμή είναι ένα μπουφάν και ένα παντελόνι, τα οποία έχουν πάρει CE και τα δύο. Αυτό το κυνηγήσαμε πάρα πολύ γιατί είχαμε κλείσει συμφωνίες να εφοδιάσουμε στην Ελλάδα κάποια σώματα ασφαλείας με αυτά τα ρούχα. Αν είχαμε ξεκινήσει να δώσουμε επτά μπουφάν τότε θα είχαμε τρελαθεί. Τώρα με τη γνώση που αποκτήσαμε παίρνοντας τις προδιαγραφές σε ένα μπουφάν και σε ένα παντελόνι, έχουμε κατασκευάσει όλη την καινούρια γκάμα του 2020. Πιστεύω ότι το 2020, τα πιο πολλά μας ρούχα θα είναι με προδιαγραφές. Δεν εννοώ προδιαγραφές για αγκώνες και πλάτη (σ.σ. για τις προστασίες). Αυτές υπάρχουν ήδη. Μιλάμε για προδιαγραφή συνολικά γύρω από το ρούχο. Δηλαδή, ξένες εταιρίες, ένα ανάλογο μπουφάν το πουλάνε 450 ευρώ. Δε νομίζω ότι μπορεί να βρει κάποιος με κάτω από 300, 350, 400 ευρώ μπουφάν που να περνάει CE. Εμείς βέβαια είμαστε πολύ πιο κάτω.

BIKEIT: Θα επηρεάσει την τιμή των προϊόντων αυτή η προδιαγραφή και ο νέος τρόπος κατασκευής;

Σταμάτης Δημητριάδης: Σίγουρα προσπαθούμε να βρούμε κωδικούς (σ.σ. προϊόντα) που θα πουλάνε πάνω από 1.000 τεμάχια το καθένα γιατί είναι πολύ σοβαρό το κόστος. Αν πάμε “αδιάβαστοι” και δώσουμε ένα ρούχο και δεν έχουμε τις πιστοποιήσεις, για παράδειγμα, της φόδρας που χρησιμοποιούμε, της αδιάβροχης μεμβράνης που χρησιμοποιούμε και πρέπει αυτοί να τα περάσουν τεστ (σ.σ. η εταιρία πιστοποίησης), τότε μπορεί μόνο τα τεστ να φτάσουν τα 4.500 ευρώ.

BIKEIT: Για ένα μπουφάν;

Σταμάτης Δημητριάδης: Για ένα μπουφάν. Αν πας με τις πιστοποιήσεις στα χέρια που έχεις αγοράσει μπορείς να πέσεις και πιο κάτω, στα δύο, δυόμιση, τρία χιλιάρικα. Μετά για να πάρεις πιστοποίηση CE θέλει άλλα 2.000-3.000euro. Δηλαδή έτσι φτάσαμε στα 7.000 ευρώ για ένα μπουφάν και ένα παντελόνι. Τώρα πιστεύω ότι θα είμαστε στο 1/3 ή 1/4 της τιμής. Άρα δεν μπορείς να κατασκευάσεις ένα μπουφάν που θα πουλήσει 400 κομμάτια γιατί θα επιβαρυνθεί το κοστολόγιο του τρομερά. Πρέπει να βρεις κωδικούς που εγώ πιστεύω ότι πρέπει να κάνουν και 1.000 και 1.500 κομμάτια, για να κάνεις έναν επιμερισμό του κόστους.

BIKEIT: Έπειτα από όλα αυτά, ποιο είναι το μέλλον της εταιρίας; Έχετε  γραφεία στη Σίνδο. Έχετε καταστήματα στην Ελλάδα, εξάγετε. Έχετε brand name δικά σας. Ποια είναι τα επόμενα βήματα;

Σταμάτης Δημητριάδης: Νομίζω το μόνο  που μπορείς να στοχεύσεις πραγματικά και να προγραμματίσεις είναι το πως θα κινηθείς με τις εξαγωγές. Η εσωτερική αγορά εξαρτάται από το πώς θα πάει συνολικά όλη η χώρα. Η χώρα μας πιστεύω ότι όχι μόνο δεν θα έπρεπε να δανείζεται αλλά θα έπρεπε να είναι από τις πιο πλούσιες χώρες τις Ευρώπης, στη θέση που είναι και με αυτά που μπορεί να παράγει. Δυστυχώς όμως δανειζόμαστε για να ζήσουμε και δε νομίζω ότι είναι κάτι που θα το ξεπεράσουμε εύκολα. Μας αρέσει ίσως! Οπότε δεν ήθελα να κάνω σχέδια για το πώς θα κινηθώ πλέον μέσα στην Ελλάδα γιατί είναι ένα πολύ συγκεκριμένο πακέτο. Πρέπει να δούμε σε άλλες αγορές, ανερχόμενες αγορές, αγορές που τώρα γνωρίζουν την άνθιση. Εμείς γνωρίσαμε την άνθιση, μπήκαμε σε μια καμπή, ισιώνουμε τώρα για να ξανανεβούμε θέλει ακόμη προσπάθεια. Υπάρχουν χώρες που είναι στο μηδέν, όπως ήμασταν εμείς το 1982. Σήμερα είναι στο 10%, αύριο θα είναι στο 30%, μεθαύριο στο 50%, ανεβαίνουν, πρέπει να κυνηγήσουμε αυτές τις αγορές.

Το να μπούμε ίσως και σε πάρα πολύ ανταγωνιστικές αγορές από την αρχή, δηλαδή να πούμε ότι θα πάνω να στηθώ στην Ιταλία “πρόσωπο με πρόσωπο” με απίστευτα ονόματα δεν είναι και εύκολο. Αλλά θα μπορούσαμε να μπούμε σε αγορές όπως είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Τσεχία, Ουγγαρία, Μαρόκο. Αλβανία. Εμείς εξάγουμε μέχρι και στο Κοσυφοπέδιο και στο Μαυροβούνιο. Θα είχαμε και την Τουρκία, αλλά έχει υποτιμηθεί τόσο πολύ η λίρα που δεν μπορείς πια να “παίξεις”. Εκεί υπάρχουν πλέον ή πολύ φτωχοί ή πολύ πλούσιοι, και ο πλούσιος θα πάρει κάτι πάρα πολύ επώνυμο, ενώ ο πολύ φτωχός δεν έχει πια να αγοράσει κάτι εισαγόμενο.

BIKEIT: Όσον αφορά στα καταστήματα;

Σταμάτης Δημητριάδης: Στα καταστήματα, έχουμε κάνει κάποιες ανακαινίσεις στα μαγαζιά λιανικής και έχουμε δώσει πολύ σημασία στην οργάνωση με b2b και b2c για τους πελάτες της χονδρικής. Παράλληλα αλλάξαμε πέρσι όλα μας τα προγράμματα και έχουμε διαρκώς δύο άτομα με σκοπό να κάνουμε τα προγράμματα πιο φιλικά στον χρήστη. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα. Μπορεί να είμαστε όλοι στο Facebook αλλά μόλις τους πεις να μπουν στο b2c ή το b2b να περάσουν παραγγελίες... Είναι τεράστια ευκολία αλλά παρόλα αυτά έχουμε 50 άτομα στα τηλέφωνα και δεν προλαβαίνουμε. Όταν πάω σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό δεκαπλάσιου μεγέθους από την δικιά μας δεν βλέπω ποτέ άνθρωπο στα τηλέφωνα. Δεν υπάρχει παραγγελία τηλεφωνική. Εγώ αν κάνω τηλεφωνικά παραγγελία 1.000 κομμάτια, ο υπεύθυνος της χώρας μου θα μου ζητήσει να του στείλω ένα email. Εμείς αυτή τη στιγμή γεμίζουμε σελίδες με τηλεφωνικές παραγγελίες.

Μέλλον στη Ελλάδα σαν επέκταση, σαν δραστηριότητα, νομίζω ότι έχει τόσο πράγμα να κάνουμε ίσως για εξωτερικές αγορές.... Εδώ με κάποιες μικρές βελτιώσεις σε προγράμματα, προώθηση και σε είδη είναι καλά!

BIKEIT: Ευχαριστούμε πολύ και ευχόμαστε καλή συνέχεια σε όλη αυτή την ανοδική πορεία.

Σταμάτης Δημητριάδης: Και εγώ θέλω να σας ευχαριστήσω που μου δώσατε αυτή τη δυνατότητα να μιλήσω για την ιστορία της Motomarket.

*Η εταιρία MotoMarket, εκτός από τα δικά της brand names, Nordcap, Nordcode, Fovos, Pilot, αντιπροσωπεύει τις εταιρίες MT, Airoh, Motorex, Forma, Ariete, Booster, Macna, Spidi, Five, Acerbis, Givi, Caberg, Bell.

Κώστας Γκαζής

Σπούδασε δημοσιογραφία και ΜΜΕ στο Farnborough College of Technology, και κατόπιν σκηνοθεσία και σενάριο για κινηματογράφο στο Westminster University στο Λονδίνο. Συντάκτης μοτοσικλέτας και ATV σε περιοδικά / ένθετα / τηλεόραση για τα προηγούμενα 20 χρόνια. Ξεκίνησε το 1999 από το περιοδικό "ΜΟΤΟ", και στη συνέχεια πέρασε ως συντάκτης από τα περιοδικά "0300", "2 Τροχοί", "MotoXtreme" και "Moto-Τρίτη" -στο τελευταίο διευθυντής σύνταξης τα τελευταία χρόνια.

Στην τηλεόραση δούλεψε ως συντάκτης / παρουσιαστής στην εκπομπή "TRACTION", από το 2003-2009, ενώ ήταν παρουσιαστής στην εκπομπή ποδηλάτου "2 Πετάλια Δρόμος" για την ΕΤ3, από το Σεπτέμβριο του 2011 έως τον Δεκέμβριο του 2012.

Ήταν υπεύθυνος για την ύλη μοτοσυκλέτας του ένθετου Turbo Derby κατά τη διάρκεια 2008-2009.
Συμμετείχε ως αγωνιζόμενος ATV σε χώμα και άσφαλτο, στους ελληνικούς αγώνες, για 2 χρόνια.
Κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος νέων συγγραφέων «Hotel Internet» των εκδόσεων Πατάκη, με «το αγαπημένο σου ξόρκι», το οποίο εκδόθηκε στο συλλογικό έργο «Χαμένοι στο Διαδίκτυο» (ISBN: 9789601631103).

Κώστας Γκαζής Γράφτηκε από τον
Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019 17:28

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
  • twitter
  • facebook icon
  • instagram
  • youtube