Κατηγορία Dragster
Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011 11:31

Συνέντευξη - Γιάννης Μπούστας

 

Πρωταθλητής διαρκείας

 



Έπειτα από 20 ή… 21 πρωταθλήματα, μια και ο ίδιος δεν θυμάται, ο Γιάννης Μπούστας συνεχίζει να πρωταγωνιστεί. Όντας ο κορυφαίος αναβάτης ταχύτητας στην Ελλάδα, κέρδισε για μία ακόμη φορά, άλλον ένα τίτλο, το 2010. Δίχως ίχνος… γήρανσης, πάντα γυμνασμένος και ετοιμοπόλεμος, είναι ο αναβάτης που όλοι έχουν σαν στόχο να περάσουν. Μας μίλησε για την πορεία του όλα αυτά τα χρόνια, για το πρωτάθλημα στην κατηγορία Formula extreme το 2010, αλλά και φυσικά, για την συμμετοχή του στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Superbike το 1996.

Συλλογή τίτλων


Bikeit: Πήρες πάλι άλλο ένα πρωτάθλημα για το 2010. Τι σημαίνει αυτό για σένα μετά από τόσους τίτλους στο ενεργητικό σου;

Γ.Π.:  Σημαίνει ότι εγώ γερνάω, πάω πιο αργά, και οι άλλοι ακόμα πιο αργά!

Bikeit: Που οφείλεται αυτό; Πως γίνεται και ο Γιάννης Μπούστας εδώ και δύο δεκαετίες να είναι πρωταγωνιστής;

Γ.Π.: Στο ότι εγώ ήμουν ταλέντο από την παιδική μου ηλικία, και μεγαλώνοντας αποκόμισα εμπειρίες, λόγω και του παγκοσμίου πρωταθλήματος που συμμετείχα αλλά και τα σχολεία με τον Roberts που έκανα. Μετά γύρισα στην Ελλάδα με περισσότερες γνώσεις, ενώ εδώ το επίπεδο παρέμενε ίδιο. Τώρα γιατί ακόμα μπορώ;

Μπορώ γιατί το επίπεδο παραμένει ακόμα το ίδιο και οι χρόνοι στα 2χρονα τουλάχιστον, πέφτουν κιόλας. Αυτό δεν συμβαίνει λόγω κακής οδηγικής ποιότητας, αλλά λόγω οικονομίας. Το ότι ο άλλος δεν μπορεί να προπονηθεί, να ντυθεί σωστά, να βάλει το κατάλληλο λάστιχο, είναι πρόβλημα. Αν και στις μοτοσυκλέτες είμαστε καλοί, το οικονομικό σε οδηγεί σε χαμηλότερη ποιότητα. Βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε αυτό.

Bikeit: Πιστεύεις ότι οι γνώσεις που αποκόμισες από τα μαθήματα με τον Roberts, αλλά και η συμμετοχή σου στο Πρωτάθλημα Superbike με το Ducati το 1996, έχουν παραμείνει μέχρι τώρα και σε βελτιώνουν σαν αναβάτη;

Γ.Π.:  Είναι τα βασικά στοιχεία, η βάση της πυραμίδας, έτσι έλεγε και ο Roberts. Πάνω σε αυτές τις γνώσεις στηρίζεσαι για να κάνεις ό,τι κάνεις τα επόμενα χρόνια. Χάρη σε αυτά, πολλές φορές χωρίς να οδηγήσω έχω το αποτέλεσμα που θέλω, βάσει τεχνικής αλλά και εμπειρικά.

Bikeit: Μια πολύ καλή μοτοσυκλέτα, τι διαφορά θα μπορούσε να σου φέρει, στο Ελληνικό Πρωτάθλημα τουλάχιστον.

Γ.Π.:  Πάρα πολύ μεγάλη, και για το λόγο αυτό, βλέπω συνήθως ότι αν έχω δεύτερη χρονιά την ίδια μοτοσυκλέτα, καταφέρνω να ρίξω τους χρόνους τουλάχιστον κατά ένα δευτερόλεπτο σε όλες τις πίστες. Εμείς δεν έχουμε χρόνο για να κάνουμε δοκιμές, να εξελίξουμε τη μοτοσυκλέτα και να τη φέρουμε στα μέτρα μου. Έτσι, την πρώτη χρονιά οδηγώ ώστε να πάω στα μέτρα της μοτοσυκλέτας, και τη δεύτερη χρονιά, αφού έχουμε περισσότερους αγώνες, φέρνουμε τη μοτοσυκλέτα πιο κοντά σε εμένα. Αν θα είχαμε χρήματα για δοκιμές και προπονήσεις, σίγουρα η μοτοσυκλέτα θα ήταν έτοιμη από την πρώτη χρονιά. Τα τελευταία χρόνια αγωνίζομαι με μια και μοναδική μοτοσυκλέτα, και με μια που είναι συνήθως “test ride”, κανονική, την οποία έχω μαζί μήπως χρειαστώ κάποιο ανταλλακτικό.

Τρεις γενιές αναβατών


Bikeit: Όλα αυτά τα χρόνια, μπόρεσες τους αγώνες να τους κάνεις επάγγελμα;

Γ.Π.:  Νομίζω ότι την εποχή του '90 υπήρξε από την αρχή της καριέρας μου, μιας και ασχολήθηκαν μαζί μου και η Marlboro και η Rothman's. Σαφώς ρόλο έπαιξαν και διάφοροι άνθρωποι, όπως ο Βασίλης ο Γεωργακόπουλος και μετά ο Γιώργος ο Κουτσουμπός, λόγω της Rothman's. Από εκεί και πέρα, εγώ κυνήγησα το όνειρο, με την εντολή του Roberts και τη βοήθεια της Marlboro, ότι "κάνω" γι' αυτό το πράγμα, που λέγεται παγκόμιο. Τα χρήματα για το παγκόσμιο όμως ήταν λίγα, και δεν κατάφερα να παραμείνω εκεί. Πιστεύω ότι το μεγαλύτερο λάθος που έκανα ήταν ότι δεν έμαθα αγγλικά, νομίζω ότι όλο το υπόλοιπο πακέτο το είχα. Επίσης, το ότι ήμουν από την Ελλάδα, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Πιστεύω ότι θα μπορούσα να συνεχίσω, όμως το όνειρο μου το υλοποίησα, και είναι αυτό που μου δίνει τώρα τη χαρά να αγωνίζομαι με μεγάλη ευχαρίστηση, χωρίς να κοιτάω αν θα πάρω κι αυτή τη νίκη ή αν θα κερδίσω και αυτό το πρωτάθλημα. Μου αρέσει να κάνω γρήγορους γύρους, και γι' αυτό δίνω μεγαλύτερη βάση στα χρονομετρημένα, και λιγότερη στους αγώνες.

Bikeit: Είσαι ένας αναβάτης που βρίσκεται 20 χρόνια στο χώρο, και συνεχίζεις να κερδίζεις. Τι άλλαξε από την πρώτη σου συμμετοχή μέχρι σήμερα; Ποιες είναι οι διαφορές στις πίστες, στους αναβάτες, σε αγωνιστικό επίπεδο, σε ομάδες, σε sponsoring;

Γ.Π.:  Νομίζω ότι έχω περάσει τρεις φάσεις. Πρώτα ξεκίνησα με Σκούρτα, Λαλή, Εμανουηλίδη και Παπαγεωργίου που ήταν και τα ινδάλματά μου, και αρκετά δυνατές εταιρείες σε υποστήριξη, όπως Rothman's, Marlboro, Castrol αλλά και άλλες. Μετά πέρασα στην εποχή όπου βρίσκονταν οι Αραούζος, Τσουκαλάς, Σάκης και Άλκης Συνιώρης. Τέλος έφτασα στην εποχή Τσόι, Κοντομάρος, Παρασκευόπουλος, Μπεγνής, Πολίτης που κι ο τελευταίος δεν θεωρείται νέος, ανήκει στη μεσαία γενιά.

Συνειδητοποιημένη αποχή


Bikeit: Όσον αφορά στην επιστροφή σου στο πρωτάθλημα, πόσα χρόνια είχες σταματήσει;

Γ.Π.:  Σταματάω κατά καιρούς για 1-2 χρόνια, συνήθως όχι παραπάνω. Τα προηγούμενα χρόνια που υπήρχε το super motard αγωνιζόμουν εκεί, έτσι για να υπάρχει κάτι ενδιαφέρον, που τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει όμως.

Bikeit: Είναι επιλογή σου δηλαδή όταν απέχεις από τους αγώνες;

Γ.Π.:  Ναι, συνήθως είναι για να ξεκουραστώ ή γιατί δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα, είτε γιατί δεν τα ψάχνω, είτε γιατί δεν τα βρίσκω, κι αυτό με κάνει να μένω απ'  έξω, όπως φέτος, που χρειαζόμαστε κάποια χρήματα. Τώρα, αν κάποιος ενδιαφέρεται, σαφώς είμαστε ανοιχτοί, και δεν ζητάμε τίποτα παραπάνω από τα βασικά έξοδα που έχει μια αγωνιστική χρονιά για ξενοδοχεία, βενζίνες και λειτουργικά.

Δεν ζητάμε καν να πληρώσει την μοτοσυκλέτα, ούτε να πληρωθούμε εμείς. Νομίζω ότι είμαστε μέσα στην εποχή και δεν ζητάμε κάτι παράλογο. Αυτό συνολικά είναι ένα κόστος που κυμαίνεται μεταξύ 15 και 20 χιλιάδων, και πάλι δεν το βρίσκουμε, αν και να είμαι ειλικρινής, δεν το έχουμε ζητήσει κιόλας.
Πέρσι που το ζητήσαμε, ήταν μεγαλύτερο το κόστος γιατί δεν είχαμε και τη μοτοσυκλέτα, μας έλειπαν και κάποια ανταλλακτικά. Το μισό το βρήκαμε μέσω της Honda, αλλά το άλλο μισό δεν καταφέραμε να το βρούμε και να το υλοποιήσουμε μέχρι τέλους της χρονιάς.

Bikeit: Το 2010, ποιός ήταν ο μεγαλύτερος συναγωνισμός που είχες;

Γ.Π.:  Ε, νομίζω η φετινή χρονιά, ήταν από τις δυσκολότερες, γιατί εγώ επέλεξα να τρέξω με γιαπωνέζικη μοτοσυκλέτα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια από το 2004 και μετά, αγωνιζόμουν με ευρωπαϊκές που έχουν εντελώς διαφορετικό στυλ. Με Ducati ειδικά, που τη θεωρώ από τις καλύτερες, αν όχι την καλύτερη. Από την άλλη θα έτρεχα με μια μοτοσυκλέτα που οι άλλοι την θεωρούν πολύ εύκολη, κι έτσι είναι.

Η Honda είναι αρκετά μικρή, αλλά όχι και αρκετά γρήγορη για τον σημερινό συναγωνισμό. Σε αυτό δουλέψαμε, και νομίζω ότι τα καταφέραμε πολύ καλά, απλά δεν ήμασταν έτοιμοι από την αρχή της χρονιάς. Τρέξαμε με μια εντελώς στοκ μοτοσυκλέτα στον πρώτο αγώνα, φτιάξαμε λίγο τον κινητήρα για την πρώτη φορά στις Σέρρες και πήραμε ουσιαστικά “μπροστά”, μετά τη μέση του πρωταθλήματος, αφού χάσαμε και ήρθαμε 3οι και καταλάβαμε τα λάθη μας. Επανήλθαμε όμως πολύ δυνατοί, με τη βοήθεια της Honda αλλά και την προσωπική μας εργασία.

Στο παγκόσμιο Superbike


Bikeit: Έχεις φτάσει σε ένα σημείο να ρυθμίζεις ουσιαστικά το χρόνο που θέλεις να πετύχεις. Ξεκινάς τελευταίος και καταφέρνεις και τερματίζεις πρώτος, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Πώς το καταφέρνεις αυτό;

Γ.Π.:  Θα σε παραπέμψω στην αρχή της κουβέντας μας. Θεωρώ ότι αυτό οφείλεται στους υπόλοιπους αναβάτες, όχι σε εμένα, δεν νομίζω ότι εγώ κάνω κάτι ιδιαίτερο, αλλά ότι εκείνοι δεν κάνουν αυτό που χρειάζεται. Ο συναγωνισμός είναι σε χαμηλό επίπεδο.

Bikeit: Ουσιαστικά, όταν έρχεται η στιγμή να πιεστείς, βγάζεις πολύ καλύτερους χρόνους.

Γ.Π.:  Ναι, δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να έχω οδηγήσει πάνω από 80%, και είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια που τρέχω στους αγώνες. Αλλά επειδή έχω δύο παιδιά και δύο μαγαζιά, και είμαι ιδιαίτερα αναγκαίος, δεν θα ήθελα στην προσπάθειά μου για το 100% να χτυπήσω.

Κάποια στιγμή φτάνω στο 90% σε κάποιους χρονομετρημένους γύρους, αλλά σε αγώνα δεν νομίζω ότι μπορώ να καταπιέσω τον εαυτό μου, και εγκεφαλικά και μόνο δεν μπορώ να οδηγήσω 100%,. Είναι σημαντικός παράγοντας για μένα το να μην πέσω.
Ίσως και να είναι για ρεκόρ γκίνες ότι έτρεξα σε ολόκληρο το παγκόσμιο πρωτάθλημα superbike και δεν είχα ούτε μια πτώση,  νομίζω ότι δεν έχει ξαναγίνει ποτέ!

Bikeit: Πες μας λίγα λόγια γι' αυτή τη συμμετοχή σου.

Γ.Π.:  Όνειρο το οποίο στην αρχή αμφιταλαντευόμουν για να το κάνω, γιατί τα χρήματα που είχα πάρει τότε από τη Marlboro σαφώς δεν έφταναν. Μιλάμε για τότε, 60-70 εκατομμύρια δραχμές, ενώ ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα για έναν ιδιώτη τότε κόστιζε το λιγότερο 350 εκατομμύρια. Αποφασίσαμε τελικά να το κάνουμε, κι όπου μας βγάλει.
Τα καταφέραμε, τρέξαμε τους 11 από τους 14 αγώνες, δεν πήγαμε στους τρεις τελευταίους, κατά τη συμβουλή της Marlboro, γιατί δεν χρειαζόταν, ήταν ήδη πολύ ευχαριστημένη, και μάλιστα μου έδωσε και κάποια παραπάνω χρήματα γιατί τα είχαμε καταφέρει καλά.
Σαφώς η απόδοσή μας ήταν δεσμευτική, βασιζόταν στο 50% για τον λόγο ότι είχαμε μόνο μια μοτοσυκλέτα, μια μανέτα, μια ρόδα και ένα μοτέρ.

Ομάδες, μηχανικοί, συνεργασίες


Bikeit: Από όλη σου την αγωνιστική καριέρα, τι είναι αυτό που σου έχει μείνει, η πιο ευχάριστη, συγκινητική στιγμή.

Γ.Π.:  Νομίζω το καλύτερο πράγμα ήταν που ασχολήθηκα με τους αγώνες ταχύτητας, κάτι που το ήθελε και ο πατέρας μου πάρα πολύ. Αυτά που έχω ζήσει είναι απίστευτα, όπως όταν είπα στη μητέρα μου ότι θα σταματήσω τους αγώνες γιατί έχω κουραστεί κι εκείνη έκλαιγε. Μου είπε χαρακτηριστικά: "ξέχασέ το αυτό, δεν γίνεται", κάτι που άμα πεις σε άλλο γονιό θα κάνει τούμπες.
Από την άλλη, όλα αυτά τα χρόνια πάντα έβρισκα ανθρώπους να συνεργάζομαι, και νομίζω ότι τα άτομα με τα οποία κατά καιρούς συνεργάστηκα, ξεκινώντας από τον Γεωργακόπουλο και τον Κουτσουμπό και πολλούς άλλους, φτάνοντας στον Μάνο, αλλά και τον Αθανασόπουλο, μου έδιναν ευχαρίστηση με τη χαρά τους.

Μου έχουν πει ότι είναι "αρρώστια". Συνήθως όταν κερδίζω ένα πρωτάθλημα ευχαριστιέμαι που ευχαριστιούνται αυτοί που έχω δίπλα μου, και από εκεί αντλώ χαρά.
Δεν νομίζω ότι μια νίκη ή ένα πρωτάθλημα μπορούν να μου δώσουν κάτι περισσότερο από αυτό. Σαφώς, ένα κομμάτι που με ευχαριστεί επίσης είναι όταν σε ένα γύρο ξεπερνάω τα όρια που έχω βάλει, και καταφέρνω να σημειώσω καλύτερο χρόνο.

Bikeit: Έχεις περάσεις από τις σημαντικότερες ομάδες, έχεις συνεργαστεί με τους καλύτερους μηχανικούς και μάνατζερ, και έχεις οδηγήσει κάθε είδους μοτοσυκλέτα, μέχρι και εργοστασιακές στο παρελθόν. Ποια ήταν η καλύτερη ομάδα, ο καλύτερος συνδυασμός μοτοσυκλέτας-μηχανικού-team manager, και τι σου έχει μείνει από τη συμμετοχή σου όλα αυτά τα χρόνια με τόσο διαφορετικούς παράγοντες;

Γ.Π.:  Νομίζω ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της. Το 1991 έθεσα τις καλύτερες βάσεις, με την συνεργασία μου με τον Γεωργακόπουλο. Για εμένα είναι ο καλύτερος τεχνικός, όχι για να βάλει πέντε άλογα σε ένα μοτέρ, αλλά να κατασκευάσει ένα πλαίσιο, να γνωρίζει τι θα πει γεωμετρία, να ξέρει να σε βοηθήσει στα πάντα.
Νομίζω ότι ο Βασίλης ο Γεωργακόπουλος με έμαθε πώς προετοιμάζεται μια μοτοσυκλέτα, γνώση που μου απέδωσε μετά.
Έπειτα βρέθηκα σε μια άλλη ομάδα μετά, την Rothman's Honda, όπου είχα εντελώς διαφορετικά πράγματα. Εκεί είχα πολύ καλό εξοπλισμό, και ανθρώπους σαν τον Κουτσουμπό που ξέρουν πώς να τον διαχειριστούν. Τουλάχιστον για το RC30, δεν ξέρω άλλον άνθρωπο που να γνωρίζει να το φτιάχνει καλύτερα, και στο εξωτερικό δηλαδή που ήμουν. Το 1997 με τον Κουτσουμπό πιστεύω ότι πήραμε το 120% που μπορεί να δώσει ένα RC30 στις μάχες μου με τον Γκρούσκα, ο οποίος είχε μια πολύ δυνατή μοτοσυκλέτα τότε.

Με τις εμπειρίες που αποκόμισα από αυτούς τους ανθρώπους, έφτιαξα τη δική μου ομάδα το 1993 με στόχο να πάω στο παγκόσμιο. Και το 2000 χρειάστηκε πάλι η δική μου ομάδα να αναλάβει να κάνει αγώνες, και ήταν πολύ εύκολο, γιατί είχα την εμπειρία από τους Έλληνες τεχνικούς αλλά και από τις ομάδες του εξωτερικού και τις δικές μου γνώσεις. Η ειδικότητα μου είναι τεχνικός και δούλευα από 14 ετών, κάτι που με βοήθησε να κάνω πράγματα. Μου έτυχαν και αρκετά καλοί άνθρωποι στην πορεία, ένας από αυτούς είναι και ο Μάνος ο Πετρόπουλος, ο οποίος έχει πολλές γνώσεις, και αν και όλοι τον γνωρίζουν ως τον καλύτερο ηλεκτρολόγο της Ελλάδας, εγώ νομίζω ότι είναι καλύτερος μηχανικός από ότι ηλεκτρολόγος.

Οι μοτοσυκλέτες του παρελθόντος


Bikeit: Μετά από τόσα χρόνια, Honda, Yamaha, Suzuki, Aprilia, Ducati, V2, V4 ή εν σειρά, τι επιλέγεις;

Γ.Π.:  Νομίζω ότι ο καλύτερος συνδυασμός για την Ελλάδα τουλάχιστον είναι το V2 και το Ducati. Το Aprilia έδειχνε πολύ βαρύ ή παλιό. Νομίζω ότι το Ducati 1098 αυτή τη στιγμή είναι ότι καλύτερο έχω οδηγήσει, αισθάνομαι ότι σαν στοκ μοτοσυκλέτα ξεπερνάει ακόμα και το Desmosedici σε μια πίστα.

Bikeit: Για το Honda που κέρδισες το 2010 τι έχεις να πεις;

Γ.Π.:  Είναι πολύ εύκολη μοτοσυκλέτα, μικρή, κάτι που δεν ταιριάζει σε εμένα λόγω κιλών και λόγω του ότι παχαίνω πολύ εύκολα. Αλλά νομίζω ότι η αρχική μου εντύπωση τελικά ήταν λάθος. Δηλαδή, στην αρχή νόμιζα ότι μια τέτοια μοτοσυκλέτα δεν θα μπορούσα να τη χειριστώ και να την κάνω να πάει εκεί που θέλω εγώ, αλλά στην πορεία, μετά από τρεις αγώνες στο πρωτάθλημα, συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει λάθος.

Βρήκαμε το πώς να φέρουμε τη θέση οδήγησης στα μέτρα μου, χωρίς να βγάζει το απόλυτο νούμερο σε ίππους, δηλαδή κάπου 176-178 στον τροχό βρισκόμαστε. Όμως νομίζω ότι η μοτοσυκλέτα δείχνει πιο γρήγορη μέσα στην πίστα, κι αυτό έχει να κάνει με το σετάρισμα.
Ιδιαίτερα σε κλειστές πίστες, η μοτοσυκλέτα είναι καλύτερη απ' ότι πίστευα, και είναι ότι καλύτερο σε γιαπωνέζικο έχω οδηγήσει μέχρι τώρα στην καριέρα μου, όχι σαν στοκ, σαν αγωνιστική μορφή. Πιστεύω ότι μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερη γιατί δεν της έχουμε δώσει ακόμη όλη την προσοχή μας.

Bikeit: Για την Suzuki τι έχεις να πεις;

Γ.Π.:  Πάρα πολύ καλή μοτοσυκλέτα, αλλά είχαμε αρκετά προβλήματα να τη φέρουμε στα μέτρα μας το 2000, γιατί είχε αρκετά ελαττώματα. Χοροπηδούσε ο πίσω τροχός, προβλήματα με το συμπλέκτη, με τη γεωμετρία, τα Suzuki όμως πάντα είχαν πολύ καλούς κινητήρες. Αργότερα το Κ5 ήταν μια πολύ καλή μοτοσυκλέτα, θεωρώ όμως ότι πλέον έχουν βγει πολύ καλύτερες από αυτό.

Το άμεσο μέλλον


Bikeit: Τι επιφυλάσσει το μέλλον στον Γιάννη Μπούστα;

Γ.Π.:  Εδώ και τρία χρόνια συνεργάζομαι με τον Αθανασόπουλο και έχουμε δύο μαγαζιά στον Πειραιά, πρώην Hell in Store, νυν Honda Hypermoto που ήταν και η ονομασία της ομάδας. Το μέλλον θα εξαρτηθεί από το αν θέλει ο Αθανασόπουλος να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε, αλλά και από τις επιλογές των εταιρειών, γιατί τα πράγματα δυσκολεύουν κάθε μέρα. Είμαι πολύ χαρούμενος που εργάζομαι σε αυτό το περιβάλλον που είναι καταπληκτικό, και το βλέπω κάθε μέρα σαν παιδική χαρά, κάτι που πάλι έχει να κάνει με τους ανθρώπους.

Δηλαδή οι άνθρωποι που συνεργάζομαι, ο Γιάννης και ο Μάνος και ο Γιώργος, είναι ότι καλύτερο μπορούσα να συναντήσω αυτή τη στιγμή και είμαι αρκετά τυχερός, να βρω στο τέλος της καριέρας μου ανθρώπους που με βοηθάνε. Στη φετινή μου συμμετοχή στους αγώνες, κύριο ρόλο έπαιξαν και ο Γιάννης και ο Μάνος και τα υπόλοιπα παιδιά της ομάδας, γιατί εκείνοι το ήθελαν πιο  πολύ να τρέξω.

Για την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος, βασικό ρόλο έπαιξε ο Βαγγέλης ο Λουκόπουλος, ο οποίος είναι αυτός που ήθελε περισσότερο από όλους στη Honda να τρέξουμε. Είχαμε μια άψογη συνεργασία την προηγούμενη χρονιά, είναι σκληρός και απόλυτος, όχι στις διαπραγματεύσεις αλλά στον τρόπο που διαχειρίζεται τα πράγματα, κι επειδή έτσι είμαι κι εγώ, ταιριάξαμε και είχαμε μια απροβλημάτιστη χρονιά.

Πετύχαμε το στόχο μας, αν και το να πάρεις ένα πρωτάθλημα στην Ελλάδα δεν το βρίσκω και τόσο σημαντικό, μια και οι συναθλητές/αντίπαλοι μας, Yamaha και ΒΜW, είχαν καλούς οδηγούς. Η Yamaha ήταν πρωταθλήτρια την προηγούμενη χρονιά και η BMW με τον Σάκη τον Συνιώρη αποτέλεσε έναν πολύ δυνατό συνδυασμό, και μην ξεχνάμε ότι η BMW μέχρι τώρα δεν έχει συμμετάσχει σε Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θεωρώ ατυχία αυτό που συνέβη στον Σάκη (σσ. αναφέρεται στο χαμό του Άλκη), και πιστεύω ότι έπαιξε ρόλο μετέπειτα στο πρωτάθλημα, γιατί έχασε, κι έτσι έγινε πιο εύκολο για μένα να πάρω το πρωτάθλημα.

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου κάτι ιδιαίτερο, θεωρώ ότι έχει να κάνει με το επίπεδο όπως είπαμε, και με το ότι γνωρίζω πολύ καλά τη μοτοσυκλέτα από την αρχή μέχρι το τέλος. Επίσης, έχω και ένα τρόπο να εργάζομαι με την ομάδα μου, να ξεκινάω από το μηδέν και να φτάνω στο δέκα, χωρίς να προσπερνάω τίποτα. Δεν βιάζομαι, είμαι ήρεμος, και έχω την εμπειρία, μέσα σε ελάχιστες ώρες και αγώνες, μια μοτοσυκλέτα να την φέρνω σε ένα επίπεδο 50-60% να μπορείς να την οδηγήσεις, και μετά να την κάνω να κερδίσει.

Φέτος θα θέλαμε πάρα πολύ να τρέξουμε, και να συνεχίσω με Honda, γιατί νομίζω ότι από εδώ και πέρα η μοτοσυκλέτα μπορεί να δείξει αυτό που αξίζει. Ο Περιστεράς μας έχει βοηθήσει με τα λάστιχα, και από εκεί και πέρα ψάχνουμε επιπλέον πόρους αν και ακόμα δεν  έχουμε δείξει ανάλογο ενδιαφέρον να βρούμε υποστηρικτή. Πέρσι ξοδέψαμε αρκετά δικά μας χρήματα, μας βοήθησε φυσικά η Honda με τη μοτοσυκλέτα και τα ανταλλακτικά και δεν θέλω να ξαναβάλω στην ίδια διαδικασία τον Γιάννη τον Αθανασόπουλο, γιατί εκείνος εκτός από εμένα πρόσφερε το μεγαλύτερο κομμάτι. Ξεπεράσαμε τα 40 χιλιάδες ευρώ, ένα μεγάλο για την εποχή ποσό και δεν βλέπω το λόγο να τα ξαναβάλουμε.

Φωτογραφίες


ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
  • twitter
  • facebook icon
  • instagram
  • youtube