Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014 20:16

Οκτώ μικρές ιστορίες ταξιδιωτικής τρέλας

Από τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Μητσάκη

 

Κείμενo- Φωτογραφίες: Κων/νος Μητσάκης, Όλγα Παπαδόγιαννη

Οκτώ συναρπαστικές περιπέτειες, οκτώ δυνατές ταξιδιωτικές εμπειρίες που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένες στην μνήμη μας και στοιχειοθετούν, η καθεμιά ξεχωριστά, ένα μοναδικό δίτροχο οδοιπορικό στους δρόμους του κόσμου.

Από τη Αργεντινή στην Ιαπωνία και στην Ινδία, και από το Σουδάν στην Αυστραλία και στο Αφγανιστάν, ταξιδέψτε με μια μοτοσυκλέτα, αναζητώντας την ομορφιά της ζωής σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αψηφώντας οδικές δυσκολίες, ακραίες καταστάσεις και θανάσιμους κινδύνους, ελάτε να ζήσουμε παρέα οκτώ ιστορίες ταξιδιωτικής τρέλας που υπάρχουν καταγεγραμμένες στο προσωπικό «ημερολόγιο καταστρώματος». Φορέστε το κράνος, ανεβείτε στην σέλα της μοτοσυκλέτας και ξεκινήστε μαζί μας το ταξίδι σ’ έναν κόσμο που έχει όλα: δύναμη, πάθος, συναίσθημα, ζωή, θάνατο, χαρά, δάκρια, πίστη, ελπίδα…

1. Πακιστάν (2009) – Ο Γάλλος όμηρος


Στο Πακιστάν, ο εμφύλιος πόλεμος με τους Ταλιμπάν συνεχιζόταν στα βόρεια της χώρας, οι τυφλές βομβιστικές επιθέσεις ήταν σχεδόν καθημερινότητα, ενώ το τελευταίο διάστημα είχαν αυξηθεί οι απαγωγές και οι δολοφονίες των ξένων τουριστών. Λόγω της έκρυθμης κατάστασης, σ’ όλη τη διάρκεια της πορείας μου στο Πακιστάν μου είχε παραχωρηθεί ένοπλη στρατιωτική συνοδεία! Όπου υπήρχε δυνατότητα με συνόδευαν με στρατιωτικό όχημα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οδηγούσα έχοντας στην πίσω σέλα έναν πάνοπλο στρατιώτη, έτοιμο για όλα!

Ένα περίπου μήνα πριν φτάσω στο Πακιστάν, δυο Γάλλοι τουρίστες που ταξίδευαν στην περιοχή του Βαλουχιστάν απήχθησαν από αγνώστους – πιθανότατα από Ταλιμπάν. Δέκα μέρες μετά την απαγωγή, στην Γαλλική πρεσβεία του Ισλαμαμπάντ έφτανε μέσα σ’ ένα κουτί το… κεφάλι του ενός Γάλλου, μαζί μ’ ένα γράμμα για την καταβολή λύτρων προκειμένου να ελευθερωθεί ο άλλος.
Τις μέρες που διέσχιζα την έρημο του Βαλουχιστάν, στο νοτιοδυτικό Πακιστάν, μια στρατιωτική επιχείρηση για τον εντοπισμό και την απελευθέρωση του Γάλλου ομήρου βρισκόταν σε εξέλιξη. Για λόγους ασφαλείας, οι στρατιώτες που με σταμάτησαν για έλεγχο στην είσοδο της πόλης Dalbadin, με υποχρέωσαν να διανυκτερεύσω στο κτίριο των στρατιωτικών αρχών της πόλης.
Εκεί έτυχε να συναντηθώ με τη Ζανέτ, τη γυναίκα του απαχθέντα Γάλλου, που είχε έρθει από την Γαλλία και συμμετείχε στις έρευνες για την ανεύρεση του συζύγου της. Μείναμε μαζί μέχρι αργά εκείνο το βράδυ, συζητώντας και ελπίζοντας στο θαύμα. Η ψυχολογία της βρισκόταν στο ναδίρ. Τις τελευταίες δέκα μέρες είχε διανύσει μαζί με τους στρατιώτες πάνω από 5.000 χλμ. ψάχνοντας σε δεκάδες απομονωμένα χωριά της ερήμου, χωρίς δυστυχώς κανένα αποτέλεσμα. Τα ξημερώματα της επομένης, μια μικρή φάλαγγα αυτοκινήτων, με βαριά οπλισμένους άνδρες του πακιστανικού στρατού θα επιχειρούσε σε μια δύσβατη ορεινή περιοχή, περίπου 50 χλμ. βόρεια της πόλης. Οι πληροφορίες μιλούσαν για ένα κρησφύγετο των Ταλιμπάν, όπου πιθανότατα να βρισκόταν ο Γάλλος όμηρος.

Πριν ο ήλιος σηκωθεί, όλο το στρατόπεδο βρισκόταν επί ποδός. Τα φορτηγά ζεσταίνονταν και οι στρατιώτες έτρεχαν για τις τελευταίες ετοιμασίες. Εγώ φόρτωνα τη μοτοσυκλέτα για να συνεχίσω το ταξίδι μου μέσα στην έρημο, προς την πόλη Quetta. Κάποια στιγμή είδα την Ζανέτ να επιβιβάζεται σ’ ένα από τα στρατιωτικά οχήματα. Έτρεξα κοντά της, της έσφιξα το χέρι και της ευχήθηκα καλή τύχη. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Ανέβηκα στη σέλα της μοτοσυκλέτας και έφυγα σε αντίθετη κατεύθυνση. Στο μυαλό μου στριφογύριζε συνέχεια η μορφή της, για μέρες με βασάνιζε η αγωνία της… Δυο μήνες αργότερα επικοινώνησα με την Γαλλική Πρεσβεία στο Ισλαμαμπάντ. Το όχημα που επέβαινε η Ζανέτ είχε πέσει σε ενέδρα. Όλοι τους είχαν σκοτωθεί.

 2. Σιβηρία (2007) – Η πενία τέχνες κατεργάζεται

Το κλατάρισμα ενός λάστιχου είναι μια δυσάρεστη εμπειρία που όλοι μας απευχόμαστε ολόψυχα. Σκεφτείτε όμως να σας πιάσει λάστιχο στην αχανή Σιβηρία και να μην έχετε μαζί σας εφεδρική σαμπρέλα! Μου συνέβη κι αυτό, καθώς βρισκόμουν σ’ έναν μικρό οικισμό της υπερσιβηρικής διαδρομής Μόσχα – Βλαδιβοστόκ, κοντά στην πόλη Όμσκ. Ήταν η τρίτη φορά που μ’ έπιανε λάστιχο σε διάστημα δέκα ημερών. Και το χειρότερο; Oι δυο εφεδρικές σαμπρέλες που είχα μαζί μου ήταν δυστυχώς σκισμένες.

Βλαστημώντας την ατυχία μου, και περιτριγυρισμένος από έναν ασφυκτικό κλοιό περίεργων χωρικών, ξεκίνησα να βγάζω τον πίσω τροχό. Όλοι τους με προέτρεπαν επίμονα να απευθυνθώ για βοήθεια στον Αλεξέι, τον πολυτεχνίτη του χωριού. Μπροστά στην προοπτική να ξεμείνω επ’ αόριστον στο συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο της Σιβηρίας, αποφάσισα να μεταβώ στην κατοικία του γνωστού-άγνωστου Σιβήριου για βοήθεια.
Ο Αλεξέι, ένας ξανθός μεσήλικας Σιβήριος, αφού εξέτασε προσεκτικά την τρύπα της σαμπρέλας, προχώρησε κατόπιν στην επισκευή της, δίχως φυσικά να έχει συναίσθηση της κρισιμότητας αυτής της ενέργειάς του. Κρατούσε κυριολεκτικά στα χέρια του την τύχη μου! Και ήταν τόσο ψύχραιμος…Σε αντίθεση με μένα, που έτρεμαν τα φυλλοκάρδια μου.

Για μπάλωμα, ο δραστήριος χωρικός χρησιμοποίησε ένα άλλο κομμάτι σαμπρέλας, το οποίο τοποθέτησε μέσα σε οινόπνευμα για να υγρανθεί και να καταστεί εύπλαστο. Στη συνέχεια, προσαρμόζοντας το ηλεκτρικό σίδηρο της γυναίκας του σε μια μέγγενη, δημιούργησε τις προϋποθέσεις μιας θερμαινόμενης πρέσας! Ως εκ θαύματος, μετά από δέκα λεπτά πίεσης στην κατάλληλη θερμοκρασία, η σαμπρέλα ήταν έτοιμη και πάλι να συνεχίσει την αποστολή της.
Χάρη σ’ αυτόν τον ανορθόδοξο –για τα δικά μου δεδομένα– τρόπο ξεπέρασα έναν τεράστιο σκόπελο! Δίχως αμφιβολία, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος μού είχε χαρίσει τη δυνατότητα να συνεχίσω το ταξίδι μου ως το Βλαδιβοστόκ, εξέλιξη για την οποία σίγουρα του ήμουν ευγνώμων.

Και επειδή στην κατάσταση που βρισκόμουν, δεν ένιωθα ψυχολογικά έτοιμος να συνεχίσω το ταξίδι, αποδέχτηκα δίχως πολλές αντιρρήσεις την πρόσκληση φιλοξενίας του Αλεξέι και της οικογένειάς του. Παρά την επιμονή μου, ο Σιβήριος χωρικός δεν δεχόταν με τίποτα να πάρει τα ρούβλια που του έδινα ως ανταμοιβή για την εξυπηρέτησή του. Για αυτό τον λόγο, το επόμενο πρωινό –λίγο πριν αναχωρήσω– πήγα μέχρι το μικρό παντοπωλείο του χωριού, γέμισα μια σακούλα με τρόφιμα και την έδωσα κρυφά στην γυναίκα του Ίγκριντ. Σημαντική λεπτομέρεια: η σαμπρέλα που επισκεύασε ο Αλεξέι άντεξε μέχρι το τέλος του Υπερσιβηρικού, 3.500 χλμ. μακριά από το χωριό του…

 3. Αφγανιστάν (2005) – Το σημάδι του Αλλάχ

Η γνωστή εμμονή μας για νέες δίτροχες εμπειρίες μάς είχε οδηγήσει για τρίτη φορά στο μπαρουτοκαπνισμένο Αφγανιστάν. Κι ενώ, στα δυο προηγούμενα ταξίδια μας στην γη της αρχαίας Βακτριανής, είχαμε τις καλύτερες αναμνήσεις, την τρίτη φορά βιώσαμε –τελείως ανυποψίαστοι– μια θανάσιμη περιπέτεια!

«Η διαδρομή Κανταχάρ – Καμπούλ είναι μια από τις πιο επικίνδυνεςστο Αφγανιστάν, λόγω των επιθέσεων που συχνά-πυκνά επιχειρούν οι Ταλιμπάν σε διερχόμενα οχήματα και κυρίως στις αμερικανικές στρατιωτικές φάλαγγες. Συνήθως τοποθετούν εκρηκτικούς μηχανισμούς δίπλα στο δρόμο (roadside bombs) και τους πυροδοτούν από μακριά με τηλεχειριστήριο. Γι’ αυτό αποφύγετε να ακολουθείτε από κοντινή απόσταση τα διερχόμενα στρατιωτικά κομβόι. Να ξέρετε επίσης ότι υπάρχουν παντού ελεύθεροι σκοπευτές (και από τις δυο πλευρές), ενώ σε καμία περίπτωση μην σταματήσετε σ’ οποιονδήποτε σας κάνει σήμα και δεν φορά τη στολή του αφγανικού στρατού».

Έχοντας κατά νου τις πολύτιμες συμβουλές των ντόπιων, ξεκινούσαμε αρκετά αγχωμένοι εκείνα τα ξημερώματα για να διατρέξουμε τα 480 χλμ. που μας χώριζαν από την αφγανική πρωτεύουσα, όπου υπολογίζαμε να φτάσουμε μετά από περίπου 6 ώρες οδήγησης.
Ο ασφαλτόδρομος ήταν σε καλή κατάσταση και τα χιλιόμετρα περνούσαν γρήγορα. Οι αισθήσεις δούλευαν συνεχώς στα… κόκκινα και η ματιά μας «σάρωνε» εξονυχιστικά τόσο τον δρόμο, όσο και τη γύρω περιοχή, για τον εντοπισμό της όποιας ύποπτης κίνησης. Ωστόσο, και παρά την διαρκή επαγρύπνηση, ο «αντίπαλος» μάς έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο. Έχοντας φτάσει σε απόσταση 110 χλμ. από την Καμπούλ, από έναν παρακείμενο λόφο δεχτήκαμε τα πυρά ενός ελεύθερου σκοπευτή, που προφανώς μας είχε θεωρήσει ανθρώπους του εχθρού. Δύο εκκωφαντικοί πυροβολισμοί αντήχησαν, ενώ το ένστικτο της επιβίωσης ήταν αυτό που άνοιξε αστραπιαία το γκάζι της μοτοσυκλέτας, η οποία μετατράπηκε αμέσως σε πύραυλο …εδάφους-εδάφους!

Λίγα χιλιόμετρα αργότερα, έντρομοι και γεμάτοι αγωνία, κατεβήκαμε από την μοτοσυκλέτα και αρχίσαμε να ψάχνουμε το σημείο που μας είχε πετύχει η μια σφαίρα. Και οι δυο την ακούσαμε να κτυπά κάπου πάνω στην μοτοσυκλέτα. Αλλά όταν εντόπισα το σημάδι της σφαίρας, ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου: ο ελεύθερος σκοπευτής είχε πετύχει το κράνος της Όλγας – εκεί υπήρχε το σημάδι της σφαίρας, που είχε ευτυχώς εξοστρακίστηκε!
Δίχως πολλά λόγια, και αφού ανταλλάξαμε ένα γρήγορο φιλί, ανεβήκαμε ξανά στη μοτοσυκλέτα. Μετά από λίγη ώρα φτάναμε στην Καμπούλ. Το κράνος με το «Σημάδι του Αλλάχ» –έτσι βαπτίσαμε το ξύσιμο της σφαίρας– παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αγαπημένα αναμνηστικά της Όλγας…

 4. Ινδία (2009) – Πυροσβεστική επέμβαση


Το ταξίδι με μοτοσυκλέτα στους δρόμους της Ινδίας είναι μια εμπειρία για γερά νεύρα. Χιλιάδες ρυπογόνα φορτηγά και λεωφορεία, βαρυφορτωμένες βοϊδάμαξες, ιερές αγελάδες, αμέτρητα τρίκυκλα και ποδήλατα αποτελούν τους συνοδοιπόρους στο κολαστήριο των ινδικών δρόμων. Η φρίκη που βιώνει ο αναβάτης από τα δρώμενα καθοδόν δεν περιγράφεται, ενώ μεγάλο βάσανο είναι κι η αντίθετη κυκλοφορία των οχημάτων – διεξάγεται σύμφωνα με τον βρετανικό οδικό κώδικα.

Υπομένοντας τις φρικτές κυκλοφοριακές συνθήκες που επικρατούσαν γύρω μου, οδηγούσα στα περίχωρα της ινδικής πόλης Kanpur ψάχνοντας για ξενοδοχείο. Ποθούσα όσο τίποτα άλλο ένα παγωμένο ντους και ένα καθαρό κρεβάτι για να ξεκουράσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί.
Όνειρα και σκέψεις που διακόπηκαν όμως εσπευσμένα, όταν ο πυκνός καπνός που αντίκρισα να ξεπηδά από το εσωτερικό ενός τρίκυκλου ταξί (τοκ-τοκ), με υποχρέωσε να σταματήσω για να βοηθήσω. Ο ατυχής ιδιοκτήτης του, σε κατάσταση πανικού, προσπαθούσε με ότι μέσο διέθετε να σβήσει την φωτιά. Το τσιγάρο που κρατούσε στα χέρια είχε πέσει πάνω στα μάλλινα καλύμματα (προβιές ζώων) των καθισμάτων και το κακό δεν άργησε να γίνει.

Η αντίδρασή μου ήταν αστραπιαία. Ο μικρός πυροσβεστήρας που είχα στις αποσκευές ανέλαβε αμέσως δράση και σε ελάχιστο χρόνο η φωτιά σβήστηκε. Αμέσως μετά, με μια κρέμα εγκαυμάτων που είχα στο φαρμακείο μου, άρχισα να περιποιούμαι τα τραύματα του Ραζάτ, αφού στη προσπάθειά του να σβήσει με γυμνά χέρια τη φωτιά είχε καεί, ευτυχώς ελαφρά.
Ο λεπτόκορμος Ινδός, αποσβολωμένος, έμεινε να κοιτά βουβός τον κρανοφόρο σωτήρα του, ενώ το μικρό πλήθος που είχε μαζευτεί γύρω μας ξέσπασε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα και ιαχές. Η πρώτη αντίδραση του Ραζάτ ήταν να με σφίξει στην αγκαλιά του και να αρχίζει να με φιλά! Για μια στιγμή σάστισα – περισσότερο από ντροπή. Κι αφού διαπίστωσα πως όλα ήταν πλέον υπ’ έλεγχο, αποχαιρέτησα τον Ραζάτ και συνέχισα την αναζήτηση στέγης στην Kanpur. Πίσω μου, πάντως, είχα αφήσει τον πυροσβεστήρα, που πήρε μια περίοπτη θέση στην καμπίνα του τοκ-τοκ. Για παν ενδεχόμενο!

Το ίδιο βράδυ, στο μικρό ξενοδοχείο που είχα καταλύσει, δέχτηκα την απρόσμενη επίσκεψη του Ραζάτ και της πενταμελούς οικογένειάς του. Έψαχναν σε όλα τα ξενοδοχεία της πόλης για να με εντοπίσουν! Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Ραζάτ μου πρόσφερε ένα μικρό ποικιλοστόλιστο παραδοσιακό μαχαίρι, ενώ η γυναίκα του Αμπτάρ, μου δώρισε ένα πολύχρωμο σαρί, με όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου, για να το δώσω στη γυναίκα μου. Ήταν μια πραγματικά συγκινητική χειρονομία, που ανταπέδωσα λίγο αργότερα μ’ ένα λουκούλλειο δείπνο σ’ ένα μικρό εστιατόριο της πόλης.

 5. Ιαπωνία (2007) – Ο από μηχανής Θεός


Το Τόκυο, το μητροπολιτικό κέντρο της Ιαπωνίας, είναι μια μεγαλούπολη συνώνυμη του χάους, της τρέλας και του πολεοδομικού αλαλούμ – στα ασαφή αστικά της όρια κατοικούν περίπου 20.000.000 άτομα. Αυτή την μοντέρνα ασιατική μεγαλούπολη, την πολυπληθέστερη του κόσμου, με τους φουτουριστικούς ουρανοξύστες, το αφόρητο κυκλοφοριακό και το ακατάστατο πολεοδομικό σχέδιο, είχα θέσει ως φινάλε του μεγάλου ταξιδιωτικού οδοιπορικού μου, από την Αθήνα στο Τόκυο. Ένα όντως εντυπωσιακό φινάλε, με φόντο τους γυάλινους ουρανοξύστες του Τόκυο να βελονίζουν τον ουρανό!

Ήταν αναμενόμενο λοιπόν, προσεγγίζοντας εκείνο το μεσημέρι την ιαπωνική πρωτεύουσα, να διακατέχομαι από τρομερή αγωνία για την τύχη μου στους δρόμους του Τόκυο! Γιατί όμως τόση νευρικότητα; Γιατί απλούστατα, κατευθυνόμουν στην ιαπωνική μεγαλούπολη δίχως να έχω χάρτη της πόλης στα αγγλικά και με το GPS σε αχρηστία (καταραμένα ηλεκτρονικά, την χειρότερη στιγμή χαλάνε)! Πήγαινα δηλαδή σαν πρόβατο επί σφαγής! Όσο μάλιστα πλησίαζα προς την ιαπωνική πρωτεύουσα και η ροή των οχημάτων πύκνωνε γύρω μου, τόσο ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται όλο και πιο πολύ από το άγχος. Είχα διάχυτη την αίσθηση πως σύντομα θα ζούσα μια αρχαία ελληνική τραγωδία, στην οποία δεν υπήρχε από μηχανής Θεός! Ακόμα 40 km και φτάνω…
Θρησκόληπτος μπορεί να μην είμαι, αλλά πιστεύω στα μικρά θαύματα. Πώς αλλιώς να εξηγήσω αυτό που μου συνέβη 30 km πριν το Τόκυο; Είχα σταματήσει σ’ ένα πάρκινγκ του αυτοκινητοδρόμου για να πάρω μια τελευταία ανάσα πριν ξεκινήσω την οδύσσειά μου στους δρόμους της ιαπωνικής πρωτεύουσας, όταν ένας Ιάπωνας συνάδελφος, κάτοχος ενός Honda CB 400, με πλησίασε και με χαρακτηριστική ευγένεια με ρώτησε αν χρειαζόμουν βοήθεια ή ήθελα κάποια πληροφορία.

«Τι να θέλω από τη ζωή μου βρε φίλε! Ένα ξενοδοχείο στο Τόκυο, φθηνό, καθαρό και κοντά στο κέντρο της πόλης. Ζητάω πολλά;» Όχι, για τον Ακιμόρε αυτό που ζητούσα, δεν ήταν κάτι το υπερβολικό ή δύσκολο! Γι’ αυτό και προσφέρθηκε αμέσως –αντί να πάει στον προορισμό του– να με οδηγήσει σ’ ένα ξενοδοχείο της αρεσκείας μου! Έπεσα από τα σύννεφα! Δεν πίστευα στην τύχη μου. Μπροστά μου έβλεπα τον πολυπόθητο από μηχανής Θεό, τον φύλακα-άγγελό μου σε γιαπωνέζικη …έκδοση, όπως τελικά αποδείχτηκε. «Άνθρωπέ μου, ο Θεός σ’ έστειλε;»

Με τον Ακιμόρε μπροστά να ανοίγει δρόμο, η ανεύρεση στέγης στο χαώδες Τόκυο αποδείχθηκε μια εύκολη φυσικά υπόθεση. Ήταν μεγάλη τύχη για μένα που είχα συναντήσει αυτόν τον άνθρωπο στον δρόμο μου. Γιατί ο Γιαπωνέζος συνάδελφος, εκτός από χρέη …GPS, στη διάρκεια της παραμονής μου στο Τόκυο αποτέλεσε και τον προσωπικό μου ξεναγό. Ακιμόρε, σ’ ευχαριστώ…

 6. Αργεντινή (2000) – Ο κυρ-Κώτσος της Παταγονίας


«...οι γονείς μου εγκατέλειψαν τη φλεγόμενη Σμύρνη όταν ήμουν οκτώ μηνών. Ακολούθησαν τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς, για να βρεθούν μετά από μια τραγική οδύσσεια στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έμειναν για περίπου επτά μήνες, μέχρι που ο πατέρας μου αποφάσισε να έρθουμε στην Νότια Αργεντινή, κοντά στον αδελφό του. Έτσι, βρέθηκα εδώ στην πόλη San Julian από νηπιακή ηλικία. Εδώ μεγάλωσα, δούλεψα σκληρά, δημιούργησα περιουσία, έκανα οικογένεια και μεγάλωσα εγγόνια. Όλος ο κύκλος της ζωής μου είναι απόλυτα συνδεδεμένος μ’ αυτόν τον τόπο. Παρόλα αυτά όμως, πατρίδα μου θεωρώ την Ελλάδα, την οποία αν και ονειρεύομαι και ποθώ, εντούτοις, ελάχιστες φορές έχω επισκεφθεί...»

Η αφήγηση του 78χρονου Κωνσταντίνου Μητσούδη, ιδιοκτήτη του μοναδικού ξενοδοχείου της πόλης San Julian όπου είχαμε καταλύσει, διεκόπη για λίγο καθώς προσπάθησε να σκουπίσει διακριτικά τα μάτια του που είχαν βουρκώσει. Η ανεπάντεχη συνάντησή μας με τον μοναδικό Έλληνα του San Julian (και έναν από τους ελαχιστότατους συμπατριώτες μας που βρίσκονται στα νότια της Παταγονίας) ήταν για μας ένα απρόσμενο δώρο.
Ο κυρ-Κώτσο (έτσι ήθελε να τον φωνάζουμε), από την πρώτη κιόλας στιγμή μας αγκάλιασε θερμά – είχε βρει την σπάνια ευκαιρία να μιλήσει ελληνικά και να μάθει για την πατρίδα.

Μας ξενάγησε με το αυτοκίνητό του στο San Julien, την πόλη όπου έζησε και δημιούργησε, ενώ οι προσωπικές αναφορές, οι θύμησες και οι παραστάσεις που ξεπηδούσαν μέσα από τη χειμαρρώδη αφήγησή του ζωντάνεψαν στα μάτια της ψυχής μας ολόκληρη τη πορεία της ζωής του. Όνειρα ανεκπλήρωτα, αγωνίες, χαρές, λύπες και προσδοκίες ενός ακόμα ξενιτεμένου Έλληνα, που ανταμώναμε σ’ αυτή την απόμακρη γωνιά της γης.
Ο αποχαιρετισμός μας εκείνο το κρύο πρωινό έγινε μέσα σε μια συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Έντονη ήταν η αίσθηση πως αφήναμε πίσω μας έναν δικό μας άνθρωπο. Οι εικόνες δυνατές και αξέχαστες! Τα ροζιασμένα χέρια του κρατούσαν ένα μικρό δώρο και τα μάτια του (που μας κοιτούσαν με περίσσια αγωνία και λαχτάρα) ήταν συνεχώς υγρά. Όπως άλλωστε και τα δικά μας.

Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Μητσούδης μας επιφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη. Δύο χρόνια μετά την παρουσία μας στο San Julian, η μοίρα θέλησε να μας φέρει και πάλι κοντά. Ο 80χρονος πλέον Έλληνας του San Julian μας περίμενε σ’ ένα κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, για να μας σφίξει και πάλι στην αγκαλιά του. Ήταν η τελευταία επίσκεψή του στην Ελλάδα, την ευλογημένη γη των προγόνων του την οποία τόσο λάτρεψε, αλλά και τόσο στερήθηκε. Κυρ-Κώτσο, θα σε θυμόμαστε πάντα...

 7. Σουδάν (1998) – Κινητή πυριτιδαποθήκη


Επιχειρώντας να ενώσουμε οδικά το Κάιρο με το Κέιπ Τάουν, η κόκκινη γραμμή του χάρτη περνούσε δυστυχώς και από το Σουδάν. Εκείνη την εποχή (1998), ένας ακόμα εμφύλιος πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη στα νοτιοανατολικά της χώρας, κατά μήκος των σουδανο-αιθιοπικών συνόρων. Ήταν οι περιοχές που έπρεπε να διασχίσουμε με την μοτοσυκλέτα για να περάσουμε –μέσω της ανεπίσημης συνοριακής πύλης Gallabat– στην γειτονική Αιθιοπία.

Ένας χωμάτινος άξονας με έντονη στρατιωτική παρουσία ανέλαβε να μας οδηγήσει από την πόλη Gedarif ως τα σύνορα (150 χλμ.). Όμως, μόλις 20 χλμ. πριν τα σύνορα, πάνοπλοι στρατιώτες με προτεταμένα όπλα, μας έκλεισαν τον δρόμο. Αφού μάς αφαιρέθηκαν τα διαβατήρια και τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας, οδηγηθήκαμε κατόπιν στον στρατιωτικό διοικητή. Ο λόγος; Η περιοχή μέχρι τα σύνορα ήταν κλειστή για όλους, λόγω των μαχών που διεξάγονταν.
Ο έγχρωμος βαθμοφόρος, μόλις μας αντίκρισε, άρχισε να καταριέται την τύχη του που βρέθηκαν μπροστά του δύο ηλίθιοι ταξιδιώτες, οι οποίοι ήθελαν να διασχίσουν την εμπόλεμη ζώνη. Συμμεριζόμενος, ωστόσο, την αγωνία μας να λυτρωθούμε από την κόλαση του πολέμου, προσφέρθηκε τελικά να μας βοηθήσει. Δύο φορτηγά με προμήθειες και πολεμοφόδια αναχωρούσαν τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας με προορισμό το στρατιωτικό φυλάκιο των συνόρων, στα οποία μας πρότεινε να επιβιβαστούμε. Με δική μας όμως ευθύνη, αφού σε αρκετές περιπτώσεις οι αντάρτες επιτίθεντο στα στρατιωτικά οχήματα, ενώ μεγάλος ήταν και ο κίνδυνος των ναρκών. Αψηφώντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε η πρόταση του διοικητή, χωρίς να το πολυσκεφτούμε δηλώσαμε αμέσως συμμετοχή στο παράτολμο νυχτερινό δρομολόγιο.

Έτσι, μεσάνυχτα και κάτι, μοτοσυκλέτα και αναβάτες φορτωθήκαμε σ’ ένα στρατιωτικό καμιόνι, με κατεύθυνση το συνοριακό φυλάκιο. Μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, δύο φορτηγά χωρίς φώτα ακολουθούσαν μια τυφλή, αλλά σίγουρα οικεία πορεία, ενώ οι στρατιώτες που επέβαιναν περίμεναν με το δάχτυλο στη σκανδάλη να απαντήσουν σε μια ενδεχόμενη επίθεση ανταρτών.
Και εμείς, καθισμένοι πάνω σε κιβώτια με χειροβομβίδες και σφαίρες, ταξιδεύαμε σιωπηλοί και απόκοσμοι, έχοντας διάχυτη την αίσθηση μιας κινητής πυριτιδαποθήκης που ήταν έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ευτυχώς, οι προσευχές μας εισακούστηκαν και οι αντάρτες, πραγματοποιώντας… τετράωρη στάση εργασίας, επέτρεψαν την απρόσκοπτη μετάβασή μας στο Gallabat.

Με το πρώτο φως της μέρας, τα καμιόνια εκφορτώθηκαν και η μοτοσυκλέτα βρέθηκε λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη συνοριακή γραμμή. Ψυχολογικά και σωματικά καταβεβλημένοι, νηστικοί και άγρυπνοι, σπρώξαμε τη μοτοσυκλέτα με τις λιγοστές δυνάμεις που μας είχαν απομείνει ως το αιθιοπικό φυλάκιο. Κι εκεί, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω μας, σιγοτραγουδήσαμε το ρεφρέν της πιο επικίνδυνης περιπέτειας που είχαμε βιώσει: «Είμαστε ακόμα ζωντανοί στην Αφρική, σαν ροκ συγκρότημα...».

 8. Αυστραλία (2004) – Γυναίκα για …σπίτι!


Παρασκευή βράδυ στο μπάρ ενός roadhouse, στην έρημο της Κεντρικής Αυστραλίας. Τα ηχεία έπαιζαν δυνατά Led Zeppelin, τα τραπέζια ήταν γεμάτα με μισοάδεια μπουκάλια μπύρας και κάποιοι θαμώνες έπαιζαν μπιλιάρδο. Και ξάφνου, το βλέμμα μου απροσδόκητα σκόνταψε πάνω της. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν η γυναίκα της ζωής μου! Έρωτας με την πρώτη ματιά! Κοντόχοντρη, απροσδιόριστης ηλικίας (κάπου μεταξύ 40-45 ετών), με καλοσχηματισμένα μπράτσα (σχεδόν αντρικά), τρίχα «κάγκελο» στα πόδια, κοντά καστανά μαλλιά, σορτς και σαγιονάρες. Σωστή κουκλάρα δηλαδή!! Ένα άκρως αισθησιακό σύνολο που ξεχείλιζε από θηλυκότητα και κατέβαζε τις μπύρες τη μια μετά την άλλη. Και από λεξιλόγιο; Άστο καλύτερα! Στο ίδιο μήκος κύματος μ’ εκείνο των τριών μουσάτων κοιλαράδων φορτηγατζήδων που αποτελούσαν τη θορυβώδη παρέα της.

Κάποια στιγμή, στεγνός από ποτό πλησίασα στη μπάρα για να πάρω μια ακόμη μπύρα, όταν ξαφνικά ένιωσα το γεμάτο τατουάζ χέρι της να με σβερκώνει. Κρύος ιδρώτας κύλησε στο μέτωπό μου, ενώ η αγγελική της φωνή κυριολεκτικά μου τρύπησε το μυαλό:«Μου είπαν ότι έφτασες εδώ με μια μοτοσυκλέτα. Σίγουρα είναι ωραία εμπειρία να ταξιδεύεις έτσι στην καρδιά της Αυστραλίας. Μήπως θέλεις να σε πάω εγώ μια ...διαφορετική βόλτα στην έρημο;»
Κουνώντας επιδεικτικά τα κλειδιά που κρατούσε στα χέρια της, και πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, με έσπρωξε προς την έξοδο του μπαρ, κάτω από τις ιαχές και τις παροτρύνσεις της μισομεθυσμένης παρέας της. Προτίμησα να μην ακούσω το ένστικτό μου και προχώρησα με θάρρος στο πάρκινγκ του roadhouse. Τι είχα άλλωστε να φοβηθώ από μια γυναίκα, που μάλλον ήθελε να μου δείξει τη μοτοσυκλέτα της;

Αντί όμως για μια καλογυαλισμένη Harley Davidson που περίμενα να δω, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πράσινο road train, την κλασική νταλίκα της αυστραλιανής ενδοχώρας (Outback) με τις τρεις συρόμενες ρυμούλκες, που ξεπερνούσε σε μήκος τα 50μ.! Με απίστευτη σβελτάδα –παρά τις πάμπολλες μπύρες που είχε πιει– η γυναίκα των ονείρων μου σκαρφάλωσε στη πόρτα του φορτηγού, τη ξεκλείδωσε και με προσκάλεσε να ανέβω πάνω στην καμπίνα: «Αγοράκι, είσαι για μια βόλτα στην Outback;»
Έμεινα να κοιτώ αποσβολωμένος το τεράστιο όχημα, αδυνατώντας να «συλλάβω» αυτό που έβλεπα. Μια γυναίκα οδηγούσε αυτό το ατσαλένιο τέρας, λες και επρόκειτο για …Mini Cooper! Τελικά, κάτι τέτοιες τραυματικές εμπειρίες σου τυχαίνουν και θρυμματίζουν την αντρική περηφάνια και τον εγωισμό σου. Και εγώ που πίστευα ότι φτάνοντας στο κέντρο της Αυστραλίας με μια μοτοσυκλέτα είχα πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άθλο!

"Ευχαριστώ πάντως για την πρόταση, αλλά.... δεν θα πάρω!!!"

Φωτογραφίες

 

Τάκης Μανιάτης

Γεννημένος στην Αθήνα το 1974, είναι πολυνίκης σε αγώνες enduro, motocross και scramble, πολύ-πρωταθλητής Ελλάδος Enduro (2004 - '05, '06), με συμμετοχές στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, ενώ έχει εκπροσωπήσει δύο φορές την Ελλάδα στην “Ολυμπιάδα του Enduro”, International Six Days Enduro (ISDE Σλοβακία 2005, Νέα Ζηλανδία 2006) ως μέλος της εθνικής ομάδας.

Μηχανολόγος Μηχανικός, Εκδότης και διευθυντής των αναγνωρισμένων περιοδικών μοτοσυκλέτας BIKEIT και CITYRIDER, είναι Δημοσιογράφος μέλος της Ένωσης Συντακτών Αυτοκινήτου Μοτοσυκλέτας (ΕΣΣΑΜ) και Συντάκτης Ειδικού Τύπου - μέλος της Ένωσης Συντακτών (ΕΣΠΗΤ) επί 22 συναπτά έτη.

Ακόμη, είναι ιδιοκτήτης της Σχολής Ασφαλούς Οδήγησης RIDEIT, συνυπογράφοντας την Ευρωπαϊκή Χάρτα Οδικής Ασφάλειας, με στόχο την διάδοση της ασφαλούς οδήγησης και την μείωση των τροχαίων ατυχημάτων.

Είναι επίσημα πιστοποιημένος εκπαιδευτής προηγμένης οδήγησης αναβατών μοτοσυκλέτας της BMW Motorrad με εκπαίδευση στο Hehlingen της Γερμανίας.
Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα περιοδικά μοτοσυκλέτας της χώρας, από το '96.

Τάκης Μανιάτης Γράφτηκε από τον
Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 06 Ιουλίου 2014 13:27

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
  • twitter
  • facebook icon
  • instagram
  • youtube