Ας τα πάρουμε από την αρχή όμως, καθώς η Ducati επαναφέρει την έκδοση Dark στη νέα γενιά του Monster, με ολόμαυρη εμφάνιση, πιο προσιτό χαρακτήρα και χωρίς εκπτώσεις στις επιδόσεις ή στα βασικά μηχανικά μέρη. Υιοθετεί δε τη φιλοσοφία της απλότητας που χαρακτήριζε το αρχικό Monster, αλλά με μαύρο χρωματισμό, λιτές λεπτομέρειες και το γνώριμο, δικύλινδρο V2 των 890 κ.εκ., δένοντας την προσωπικότητα του μοντέλου με την τεχνολογία της πέμπτης γενιάς του. Η εμφάνιση αποτελεί το βασικό στοιχείο διαφοροποίησης, με ολόμαυρους τροχούς, μονόχρωμη σέλα, άβαφα τμήματα στο εμπρός πλαίσιο, στις απολήξεις της εξάτμισης και στους αεραγωγούς, καθώς και τα πιο συμβατικής σχεδίασης... φλας. Το αποτέλεσμα είναι μια λιτή, επιθετική εικόνα, που αναδεικνύει τη μηχανολογική αρχιτεκτονική της μοτοσυκλέτας. Παρά την πιο βασική προσέγγιση στον εξοπλισμό, το Monster Dark διατηρεί αναλλοίωτα τα σημαντικότερα τεχνικά χαρακτηριστικά της κανονικής έκδοσης.

Έτσι, όπως προείπαμε, σην καρδιά του νέου Monster Dark βρίσκεται ο δικύλινδρος, V2 κινητήρας των 890 κ.εκ., με μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων εισαγωγής IVT (Intake Variable Timing). Η μέγιστη ισχύς φτάνει τους 111 ίππους στις 9.000 σ.α.λ., ενώ η ροπή αγγίζει τα 91,1 Nm στις 7.250 σ.α.λ.. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καμπύλη απόδοσης, καθώς περισσότερο από το 80% της μέγιστης ροπής είναι διαθέσιμο μεταξύ 4.000 και 10.000 σ.α.λ., εξασφαλίζοντας γεμάτη λειτουργία σε μεγάλο εύρος στροφών. Η Ducati δίνει και πάλι ιδιαίτερη έμφαση στο κόστος συντήρησης, με τον έλεγχο διακένων των βαλβίδων να προβλέπεται κάθε 45.000 χιλιόμετρα, διάστημα ιδιαίτερα μεγάλο για κινητήρα αυτής της κατηγορίας. Θα διατίθεται επίσης έκδοση περιορισμένης ισχύος 35 kW (47,6 ίππων), κατάλληλη για κατόχους διπλώματος Α2. Το προαναφερθέν μηχανικό σύνολο φιλοξενείται στο αλουμινένιο, monocoque πλαίσιο της νέας γενιάς, με τον κινητήρα να συμμετέχει ως ενεργό δομικό του στοιχείο. Το δε υποπλαίσιο συνδυάζει χωροδικτύωμα και τεχνοπολυμερές, συμβάλλοντας στη συγκράτηση του συνολικού βάρους, με τη Ducati να ανακοινώνει 175 κιλά σε κατάσταση λειτουργίας χωρίς όμως καύσιμα, δηλαδή τέσσερα κιλά λιγότερα σε σχέση με την προηγούμενη γενιά.

Στα του εξοπλισμού και ξεκινώντας με τις αναρτήσεις, συναντάμε ανεστραμμένο πιρούνι της Showa 43 χιλιοστών και πίσω μονό αμορτισέρ της ίδιας εταιρείας, με δυνατότητα ρύθμισης της προφόρτισης. Το σύστημα πέδησης περιλαμβάνει ακτινικές δαγκάνες Brembo M4.32 και ακτινική τρόμπα PR16/21, ενώ τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης είναι Pirelli Diablo Rosso IV, διαστάσεων 120/70 εμπρός και 180/55 πίσω. Το ύψος της σέλας περιορίζεται στα 815 χιλιοστά, με το στενό προφίλ της μοτοσυκλέτας να διευκολύνει το σίγουρο πάτημα στο έδαφος. Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με τους Ιταλούς, η θέση οδήγησης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον έλεγχο που απαιτεί η σπορ οδήγηση και στην άνεση της καθημερινής μετακίνησης.

Παρά τον πιο προσιτό προσανατολισμό της έκδοσης Dark, η Ducati δεν έχει περιορίσει τα βασικά ηλεκτρονικά βοηθήματα, καθώς στον εξοπλισμό περιλαμβάνεται μονάδα μέτρησης της αδράνειας (IMU) έξι αξόνων, η οποία υποστηρίζει Cornering ABS, Ducati Traction Control, Ducati Wheelie Control και Engine Brake Control. Ο αναβάτης έχει επίσης στη διάθεσή του τέσσερα προγράμματα οδήγησης, τα Sport, Road, Urban και Wet, μέσω των οποίων προσαρμόζεται η συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στις διαφορετικές συνθήκες. Η όλη πληροφόρηση πραγματοποιείται μέσα από μια έγχρωμη οθόνη TFT 5'', αναλογίας 16:9, με ανάλυση 800 x 400 pixel. Ο φωτισμός είναι εξ ολοκλήρου LED, ενώ υπάρχει δυνατότητα προσθήκης συστημάτων όπως Ducati Multimedia System, πλοήγηση Turn-by-Turn, Quick Shift 2.0, Cruise Control και Ducati Power Launch.

Τέλος, η νέα μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από την καμπάνια IMLegend, με την οποία η Ducati τιμά την ιστορία του Monster και την κοινότητα των Monsteristi που δημιουργήθηκε γύρω από το μοντέλο τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια, με το Ducati Monster Dark να αναμένεται στις ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες από το Νοέμβριο του 2026. Στην Ιταλία αναφέρεται τιμή 11.990 ευρώ, με την έκδοση Α2 στα 10.990 ευρώ, ενώ αναμένεται επιβεβαίωση της τιμής για την ελληνική αγορά.










