Η είδηση της αποφυλάκισης του αστυνομικού που ενεπλάκη στο θανατηφόρο τροχαίο έξω από τη Βουλή, μόλις 51 ημέρες μετά το δυστύχημα που κόστισε τη ζωή στον 63χρονο Θωμά Μαρκή, άνοιξε ξανά μια συζήτηση που στην Ελλάδα επιστρέφει διαρκώς, αλλά σπάνια απαντάται ουσιαστικά: πού αρχίζει και πού τελειώνει το ακαταλόγιστο ορισμένων;
Ανατρέχοντας πίσω στον Μάρτιο που είχε γίνει το τροχαίο, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο αστυνομικός φέρεται να παραβίασε κόκκινο σηματοδότη, να κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα και να ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να παρασύρει τη μοτοσικλέτα του 63χρονου που πήγαινε εκείνη την ώρα στη δουλειά του. Η οικογένεια του θύματος κάνει λόγο όχι μόνο για ένα τραγικό δυστύχημα, αλλά και για πλήρη έλλειψη μεταμέλειας, ενώ καταγγέλλει σοβαρές καθυστερήσεις ακόμη και στην ενημέρωσή της για τον θάνατο του ανθρώπου της.
Το θέμα όμως δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και θεσμικό. Γιατί όταν ένας απλός πολίτης βλέπει ότι ένας άνθρωπος που κατηγορείται για τόσο βαριά παραβίαση βασικών κανόνων οδικής ασφάλειας επιστρέφει στην καθημερινότητά του μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, δημιουργείται αναπόφευκτα η αίσθηση ότι τελικά δεν αντιμετωπίζονται όλοι με τα ίδια μέτρα και σταθμά.
Η Ελληνική Αστυνομία καλείται καθημερινά να επιβάλλει τον νόμο, να βεβαιώνει παραβάσεις και να ελέγχει την τήρηση του ΚΟΚ. Όταν όμως στελέχη της εμπλέκονται σε περιστατικά που προκαλούν ανθρώπινες απώλειες, η κοινωνία απαιτεί απόλυτη διαφάνεια, λογοδοσία και κυρίως το αίσθημα ότι η στολή δεν λειτουργεί ως “ασπίδα” απέναντι στις συνέπειες.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο το ίδιο το τροχαίο. Είναι η εντύπωση που μένει στους πολίτες ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν φορές που η ευθύνη δεν βαραίνει όλους το ίδιο. Πόσο μάλλον, σε μία εποχή που δημοσιότητα κάνουν τίτλοι, όπως "σύλληψη αναβάτη πατινιού γιατί έτρεχε", αλλά και ανοικτοί πλέον προβληματισμοί για το αν η αστυνομία αστυνομεύει, ή καταστέλλει. Δυστυχώς βλέπουμε ότι το ρήγμα εμπιστοσύνης του πολίτη στις αρχές και την πολιτεία, διαρκώς μεγαλώνει.










