Η εκρηκτική αύξηση του κόστους της ασφάλτου και της ενέργειας λόγω της ενεργειακής κρίσης ανοίγει την συζήτηση για τις ασφαλτοστρώσεις, τις ανακατασκευές του οδοστρώματος και τις επισκευές δρόμων, πολλές από τις οποίες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη με στοιχεία από την γειτονική Ιταλία να αναδεικνύουν το θέμα και τις επιπτώσεις του.
Σύμφωνα με στοιχεία της ιταλικής ένωσης οδικών υποδομών SITEB, η τιμή της ασφάλτου αυξήθηκε κατά περισσότερο από 60% μέσα στους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026, από περίπου 420 ευρώ σε πάνω από 680 ευρώ ανά τόνο. Παράλληλα, η αύξηση του κόστους ενέργειας και φυσικού αερίου που απαιτούνται για την παραγωγή ασφαλτομίγματος εκτόξευσε το συνολικό κόστος κοντά στο 80%.
Η κατάσταση θυμίζει τις ανατιμήσεις που ακολούθησαν το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, ωστόσο οι εκπρόσωποι του κλάδου υποστηρίζουν ότι η σημερινή εικόνα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις στον ενεργειακό τομέα και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, από τα διυλιστήρια μέχρι τα εργοτάξια.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους προμηθευτές. Πολλά δημόσια έργα έχουν δημοπρατηθεί εδώ και μήνες με τιμές που βασίζονταν σε εντελώς διαφορετικά οικονομικά δεδομένα. Σήμερα οι εταιρείες καλούνται να εκτελέσουν έργα με σημαντικά αυξημένο κόστος πρώτων υλών, χωρίς πάντα να υπάρχει αντίστοιχη αναπροσαρμογή των συμβάσεων.

Την ίδια στιγμή, αρκετά έργα που χρηματοδοτούνται μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, τα οποία είχαν καθυστερήσει λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών, συγκεντρώνονται χρονικά μέσα στο ίδιο διάστημα. Αυτό αυξάνει περαιτέρω τη ζήτηση για άσφαλτο και δομικά υλικά, πιέζοντας ακόμη περισσότερο την αγορά.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα από τα ακριβότερα δίκτυα αυτοκινητοδρόμων στην Ευρώπη ενώ παράλληλα οι οδηγοί επιβαρύνονται με φόρους, τέλη κυκλοφορίας και λοιπά κόστη μετακίνησης με αρκετούς δρόμους όμως να είναι απαράδεκτοι έως και επικίνδυνοι. Φθαρμένα οδοστρώματα, μπαλώματα, λακκούβες και κακή απορροή υδάτων αποτελούν συχνές “παγίδες”. Αντίθετα, οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι παρουσιάζουν γενικά πολύ καλύτερη εικόνα, καθώς διαθέτουν σταθερούς μηχανισμούς συντήρησης μέσω των συμβάσεων και των εσόδων από τα διόδια.
Ωστόσο, εάν το κόστος της ασφάλτου και των ενεργειακών πόρων συνεχίσει να αυξάνεται, είναι πιθανό οι μεγαλύτερες πιέσεις να εμφανιστούν στα περιφερειακά και δημοτικά δίκτυα, όπου οι διαθέσιμοι προϋπολογισμοί είναι ήδη περιορισμένοι.
Η SITEB υποστηρίζει ότι οι σημερινοί μηχανισμοί αναπροσαρμογής τιμών στις δημόσιες συμβάσεις δεν αντικατοπτρίζουν πάντα την πραγματική αύξηση του κόστους των υλικών. Επιπλέον, ακόμη και η αυξημένη χρήση ανακυκλωμένης ασφάλτου, που έχει παρουσιαστεί ως λύση, δεν μπορεί να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της αγοράς.
Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: αν οι τιμές των πρώτων υλών συνεχίσουν να ανεβαίνουν και οι διαθέσιμοι πόροι παραμείνουν οι ίδιοι, ποιος θα απορροφήσει το επιπλέον κόστος; Οι εργολάβοι, οι δημόσιοι φορείς και κατ επέκταση οι πολίτες ή τελικά οι επισκευές των δρόμων θα μειωθούν ακόμα περισσότερο;










