Του Απόστολου Μιστιλόγλου
Φωτογραφίες: Τάκης Μανιάτης
Aprilia Tuono V4 Factory 1100 Τιμή: 20.150 € (ειδική προσφορά εν ισχύ αυτή την στιγμή – επικοινωνήστε με το δίκτυο της Aprilia για περισσότερες πληροφορίες)
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η V4 πλατφόρμα της Aprilia μένει τόσο... «ίδια», όλα αυτά τα χρόνια. Αναβαθμίζεται, ναι, αλλά στην ρίζα της, μένει πολύ κοντά στο «αρχέτυπο»: Το RSV4. Στο επίκεντρο αυτού του αρχέτυπου, ο V4 κινητήρας με το «άγγιγμα» του Gigi Dall’ Igna, αλλά και ένα πλαίσιο που πρέπει να διασωθεί στην ιστορία ως μία από τις καλύτερες κατασκευές όλων των εποχών. Υπερβάλλω; Εγώ, όχι. Οι μηχανικοί της Aprilia σίγουρα υπερέβαλαν εαυτόν, δημιουργώντας αυτή την πλατφόρμα που πλέον έχει 17 χρόνια εμπορικής πορείας, αλλά παραμένει χαρακτηριστικά φρέσκια, με όλο της το... ανθρακικό!
Το Tuono V4 1100 Factory δέχθηκε την τελευταία του σημαντική ανανέωση το 2025, όταν και πήρε λίγα ακόμα κυβικά (αγγίζοντας τα 1.099), πήρε λίγα άλογα ακόμα φτάνοντας τα 180 στρογγυλά, με ροπή πάνω από 12 χιλιογραμμόμετρα. Παράλληλα, φρεσκαρίστηκε σε εμφάνιση, απέκτησε... μουστάκια – δηλαδή εμπρός πτέρυγα αεροδυναμικής υποβοήθησης που μας δηλώνεται, ότι προσθέτει 2,5 κιλά κάθετης δύναμης στα 250 χλμ/ώρα- και νέο «ντύσιμο» για καλύτερη ανεμοκάλυψη. Για φέτος, νέο είναι το μωβ/μαύρο χρώμα του. Πάμε να το γνωρίσουμε, πριν πιάσουν οι ζέστες – που, τώρα που εσείς διαβάζετε αυτές τις γραμμές, έχουν πιάσει ήδη.
Τι αγριάδα βγάζει!
Δείτε απλά τις στατικές φωτογραφίες. Προσέξτε πώς «μουτρώνει» η μοτοσυκλέτα και πως μοιάζει με αιλουροειδές έτοιμο να χτυπήσει. Απίστευτος δυναμισμός και πολύ μεγάλη σχεδιαστική ένταση. Πρωταγωνιστεί, για άλλη μία φορά, ο V4 κινητήρας που, αν τον δεις από κοντά, είναι μεγάλος σε μέγεθος και καλύπτει πολλά «κυβικά» στην μοτοσυκλέτα. Το πλαίσιο βάφτηκε σε μαύρο, για πρώτη φορά πέρσι, το ψαλίδι είναι τύπου «ανάποδη μπανάνα» από αλουμίνιο και αμφότερα τμήματα, έχουν χαρακτηριστικά μικτής κατασκευής με εμφανέστατες, πανέμορφες συγκολλήσεις. Από άποψης ποιότητας κατασκευής, το επίπεδο είναι ιδιαίτερα υψηλό, το ίδιο και στο φινίρισμα και την τακτοποίηση καλωδιώσεων και σωληνώσεων στην περιοχή του τιμονιού. Αν θα σταθεί κάποιος κάπου, είναι σίγουρα στην εμφάνιση του κεντρικού καζανιού της εξάτμισης, το οποίο... αναγκαστικά, βρίσκεται στην κοιλιά της, είναι άβαφο και... ασχημούλι. Αμέσως μετά υπάρχει και μία διόγκωση στο σωλήνα της εξάτμισης που φέρει καταλύτη. Το τελικό από την άλλη είναι πιο όμορφο, πιο καλλίγραμμο στο κατά δύναμη. Τι να κάνουμε... Το Euro 5+ έχει φέρει τεράστιες απαιτήσεις διαχείρισης των καυσαερίων, από αυτό το... ιπποφορβείο που βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια σας. Μάλιστα, στην πράξη, συνειδητοποιείς ότι για την δύναμη του, το Tuono V4 1100 είναι υπερβολικά ήσυχο... τουλάχιστον από την εξάτμιση, λιγότερο από την εισαγωγή και, σε μικρές ταχύτητες, πολύ λιγότερο από το ίδιο το μοτέρ, που λειτουργεί με μία πολύ χαρακτηριστική, μεταλλική συμφωνία...

Πάμε πόλεμο
Ας ξεκινήσουμε με το πιο εμφανές... «αρνητικό» της Tuono V4 1100 και ειδικά της Factory εκδοχής της: Το ότι δεν απευθύνεται, για κανένα λόγο, στην εύκολη καθημερινή χρήση. Το καταλαβαίνεις αμέσως, σε κάθε στιγμή της επαφής μαζί της. Η θέση οδήγησης είναι τελείως σπορ, η σέλα είναι σχεδόν ψηλότερα από το φαρδύ τιμόνι, με αποτέλεσμα να «σε ρίχνει» σκυφτό/η εμπρός και να σε βάζει σε στάση, που θυμίζει περισσότερο superbike. Η Tuono όμως αυτό ήταν πάντα: Ένα RSV(4), με τιμόνι. Για την σέλα του, πάντως, έχω να πω τα καλύτερα, αν βάλω στην εξίσωση και ότι την φορά ένα τόσο extreme μοντέλο. Τόσο από θέμα στήριξης όσο και άνεσης, η ιδιαίτερα μεγάλη σέλα του αναβάτη κάνει την δουλειά της καλύτερα, από άλλες σε πολλά «καθημερινά» scooter και δίκυκλα – καλύτερα και από την σέλα του SR GT 400, μη σας πούμε, την οποία στηλιτεύσαμε τώρα τελευταίως. Από την άλλη, η σέλα συνεπιβάτη... η ποια; Θέλετε και συνεπιβάτη, στα 200+ χλμ/ώρα, σε naked μοτοσυκλέτα;
Το ίδιο «απαγορευτικό» σου βάζει και η συμπεριφορά του κινητήρα, η κλιμάκωση του κιβωτίου, σε οποιοδήποτε φάσμα «αστικών» ταχυτήτων. Η 1η σχέση είναι πολύ μακριά, θα μπορούσε εύκολα να είναι 2α σε πολλές μοτοσυκλέτες. Ο κινητήρας δεν θέλει να λειτουργεί σε στροφές κοντά στις 3-4.000... αλλά, με 1η και μέσα στην πόλη, εκεί περίπου θα τον αναγκάσεις να δουλεύει. Αυστηρώς ακατάλληλον. Ο κινητήρας αυτός θέλει άπλωμα, θέλει να λειτουργεί μεσαίες και ψηλές και, στις χαμηλές, πολύ φυσιολογικά, σκορτσάρει και δυσανασχετεί. Όχι στον βαθμό που έχουμε δει στο παρελθόν, σε μοτοσυκλέτες όπως η RSV4 1100, εκεί άλλωστε έχουμε και άλλη χαρτογράφηση με την δύναμη ακόμη πιο ψηλά. Και μετά έχουμε το θέμα της θερμότητας, που από δύο ψυγεία και ένα ολόκληρο σύστημα εξάμτισης, είναι αρκετή και γίνεται γρήγορα αισθητή, όσο «πνίγεις» την μοτοσυκλέτα σε κίνηση. Ακόμη ένα ζήτημα που θέλει προσοχή, το πολύ μικρό κόψιμο του τιμονιού, αντίστοιχο superbikes, μπορεί και μικρότερο από ορισμένα. Το Tuono V4 1100 Factory δεν γεννήθηκε για την πόλη. Σαφώς σαφέστατα, δεν έχει τις δυστροπίες των παλαιότερων Tuono V2, όμως και πάλι... λάθος περιβάλλον για αυτές τις μοτοσυκλέτες. Πιστεύουμε βέβαια ότι αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να δικαιολογήσουμε, στους ενδιαφερόμενους για το μοντέλο.

Ηλεκτρονικό οπλοστάσιο
Για να μάθεις όλα τα Minutiae, την παραμικρή λεπτομέρεια των δυνατοτήτων της σουίτας APRC και γενικότερα των συστημάτων του Tuono, αξίζει να ασχοληθείς πιο ενδελεχώς. Η σουίτα APRC περιλαμβάνει ένα από τα καλύτερα Traction Control της βιομηχανίας, που μπορεί να ρυθμιστεί live σε 8 επίπεδα, από τα χαρακτηριστικά πλέον πλήκτρα συν/πλην στο αριστερό σετ διακοπτών. Μετά, έχεις AWC – Wheelie Control, AEM – Engine Maps, αμφότερα σε 3 επίπεδα, όπως και AEB – ρύθμιση φρένου κινητήρα σε 3 επίπεδα. Για την Factory έκδοση, έχεις και ASC – Slide Control, δηλαδή έλεγχο ολίσθησης του πίσω μέρους στο γκάζι, με έναν νέο αλγόριθμο που... προβλέπει τι θα συμβεί και επεμβαίνει ανάλογα.
Και σαν κερασάκι στην τούρτα, για όσους μπαίνουν πίστα, σε συνδυασμό με μονάδα GPS, η Tuono V4 Factory αλλάζει ρυθμίσεις, σε ηλεκτρονικά και αναρτήσεις αν θέλεις, σε κάθε στροφή και κομμάτι της πίστας! Κάτι που είχαν οι μοτοσυκλέτες MotoGP πριν από μερικά χρόνια. Εντάξει, εδώ η Aprilia ξεκάθαρα... ποζάρει. Επιδεικνύει τις δυνατότητες της και εδώ απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό, που δεν έχει απλώς την δυνατότητα να πάρει την Tuono V4 Factory, αλλά και να επισκέπτεται συχνά τις πίστες.

Φυσικά έχουμε και ημιενεργητικές αναρτήσεις της Ohlins, τόσο εμπρός όσο και πίσω, και αυτό στην θεωρία σημαίνει ότι απλώς κάνεις μία επιλογή στα ηλεκτρονικά, και καθάρισες. Σταμπιλιζατέρ έχεις επίσης μία ηλεκτρονικά ελεγχόμενη μονάδα του σουηδικού οίκου. Για να χρησιμοποιήσεις τις δυνατότητες προσαρμογής σε συνδυασμό με την μονάδα GPS, όπως ανέφερα παραπάνω, πρέπει να αγοράσεις extra το suspension pack. Μα, αλήθεια, φαντάσου να ξέρεις τόσο καλή πίστα, που να ξέρεις ότι στην K3, θες άλλη ρύθμιση ανάρτησης από την K6! Κι όμως, αυτό είναι δυνατόν... Κι όμως!
Κεραυνοπληξία
Tuono, όπως έχουμε πει πολλάκις πλέον, σημαίνει κεραυνός και η λέξη δίνει τόσες πάσες για τίτλους και υπότιτλους... Είπα, αυτή την φορά, να μην το βάλω στον τίτλο. Αλλά αυτή η μοτοσυκλέτα, η εμπειρία οδήγησης της, δεν είναι άλλη μία test ride. Είναι μία υπερβατική εμπειρία. Η οδήγηση της Tuono V4 ξεκινάει πάνω από τα 80 χλμ/ώρα και με τον κινητήρα από τις μεσαίες στροφές και επάνω. Όπου, και ξεκινάς να τον ακούς περισσότερο. Το αυτόματο κλαπέτο στην εξάτμιση, απελευθερώνει σημαντικά περισσότερο ήχο στις μεσαίες και ψηλές στροφές και ο χαρακτηριστικός ήχος, θυμίζει αμέσως πίστες του παγκόσμιου.
Η απόκριση του γκαζιού και η αίσθηση ελέγχου που έχεις, στα 180 άλογα της Tuono V4, είναι εντυπωσιακά ομαλές. Συνδέονται άμεσα με τον εγκέφαλο σου, δεν πολεμάς τον κινητήρα, τον κυβερνάς. Η ροπή ασύλληπτη, η επιτάχυνση εκτυφλωτική, όπου θες και όποτε θέλεις. Αλλά με αυτό το πολύ απαραίτητο «ψήγμα» λογικής, που δεν καθιστά το Tuono ένα «ταύρο σε υαλοπωλείο» που φοβάσαι να το ανοίξεις. Το αντίθετο. Η δύναμη του είναι τεράστια, αλλά ο τρόπος που την αποδίδει θα σε κάνει να το εμπιστευτείς, πολύ πιο γρήγορα από ότι περιμένεις.
Και σκέφτεσαι: Μα τι διάολο; Μέχρι τώρα διαβάσαμε για το πόσο απόλυτο και δύσχρηστο είναι. Όχι στο ιδανικό του περιβάλλον, τις γρήγορες βόλτες. Δεν ξέρω πώς ακριβώς αυτό το πλαίσιο και αυτή η γεωμετρία, φέρνουν αυτή την παροιμιώδη οδηγική συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας, ρόλο όμως παίζουν σίγουρα και τα Pirelli Supercorsa ελαστικά πρώτης τοποθέτησης. Το όλο σύνολο είναι απλά «κλεψιά», είναι «σπασμένο», που θα έλεγαν και οι gamers. Κυρίαρχη εντύπωση, η πληθώρα αίσθησης για το κάνεις και τι ζητάς από την μοτοσυκλέτα. Ακρίβεια και πληροφόρηση παντού. Μετά, τα περιθώρια πρόσφυσης που εξάγει αυτό το πράγμα! Κατά την διάρκεια της δοκιμής, οδηγώντας το ομαλά (αλλά όχι αργά!), χωρίς περιττά αντριλίκια (και με τα ελαστικά ζεσταμένα), δεν κατάφερα να του προκαλέσω απώλεια πρόσφυσης ποτέ και πουθενά, σε δημόσιο δρόμο. Μία βόλτα για καφέ με ένα φίλο εξελίχθηκε σε παθιασμένο κυνηγητό, όπου απόλαυσα μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων του χωρίς να νιώθω πουθενά, ότι την πιέζω. Οι αναρτήσεις της Ohlins λειτουργούν στο παρασκήνιο χωρίς να σε απασχολήσουν και εννοείται, ότι με τις διαθέσιμες επιλογές, θα βρεις και την λειτουργία τους που σου αρμόζει περισσότερο.

Τι «δεν μου άρεσε»; Όσο και αν σας φανεί παράξενο, η αίσθηση του μπροστινού φρένου, παρά το Brembo σύστημα, που μου φαινόταν αρκετά πιο ξύλινη και αποκομμένη από ότι θα ήθελα, για μία τέτοια μοτοσυκλέτα. Όχι ότι δεν έχεις δύναμη – τουναντίον, έχεις πάρα πολλή δύναμη πέδησης και ένα φρένο ξεκάθαρα έτοιμο και για την πίστα, από αυτή την άποψη. Απλά, στην αίσθηση του μου τα χάλασε λίγο, πιθανότατα λόγω συγκεκριμένου τακακίου.
Στα 211 κιλά με όλα τα υγρά, έχεις μία μοτοσυκλέτα λογικού βάρους για το είδος της και το ζύγισμα της είναι μάλιστα αρκετά καλό, ως προς την αίσθηση στις επιτόπιες μανούβρες. Η θέση οδήγησης, ξεκάθαρα σπορ, σε βοηθά να «κουμπώσεις» πάνω στο Tuono, πλέον με το πρόβλημα της αίσθησης από το τεπόζιτο λυμένο. Στην εντύπωση ότι κάθεσαι ψηλά και με τα πόδια κλειστά, συντελούν τα αντίστοιχα ψηλά τοποθετημένα μαρσπιέ, αλλά η Aprilia ανακοινώνει «μόλις» 835 χιλιοστά ύψους στην σέλα, μία τιμή λογική για μοτοσυκλέτα δρόμου.
Στο «πιλοτήριο», η κατάσταση με τα χειριστήρια και τις ενδείξεις της οθόνης ακολουθούν την πεπατημένη που έχει θέσει η ίδια η Aprilia. Οι διακόπτες μάλιστα είναι φωτιζόμενοι. Από τον «σταυρό» των 4 πλήκτρων αριστερά, χειρίζεσαι, μετά από λίγη εξοικείωση, τις πολλαπλές δυνατότητες και χαρτογραφήσεις της Tuono V4 Factory, μέσα από την TFT οθόνη η οποία επίσης δεν μας παρουσιάζει εκπλήξεις. Καλά, όχι που θα την κοιτάς και πολύ...
Με απλά λόγια; Δεν τελειώνει παιδί μου αυτή η μοτοσυκλέτα. Τελική; Γενναία πάνω από τα 200 χλμ/ώρα, τα οποία φτάνεις εύκολα και χρειάζεσαι... λαιμό ΟΥΚ από εκεί και πάνω. Μπαίνεις στις παρατεταμένες με 160+ και είναι σαν να μπαίνεις με τα μισά χιλιόμετρα. Γεμίζει σε επιτάχυνση ακόμη και με 6η. Και, φυσικά, καταναλώνει την μπετζίνα του, σε ρυθμό 8 λίτρων στα 100 χιλιόμετρα ή μπορεί και παραπάνω, δεν μπορείς να το κατηγορήσεις για αυτό. Είτε στρίβεις είτε το τεντώνεις στις ευθείες, η αίσθηση είναι η ίδια. Απόλυτος έλεγχος και άκρατη πρόσφυση.
Ασύλληπτο value for money
H Aprilia φτιάχνει εξαιρετικές μοτοσυκλέτες, αλλά κάποιες φορές, θα έλεγε κανείς ότι «χάνεται» λίγο, στον κουρνιαχτό που σηκώνουν κατασκευαστές με ισχυρότερο marketing – επίσης... ευρωπαϊκής κατασκευής. Όμως το αποτέλεσμα, ειδικά στην περίπτωση του Tuono V4 1100 Factory, είναι εξίσου εξωτικό με τον ανταγωνισμό του, αν όχι περισσότερο κατά περίπτωση. Με την τιμή του να μην ξεπερνά τα 22.000 ευρώ (21.650 αρχική), αλλά και με προσφορά εν ισχύ την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές στα 20.150 €, ρίχνει στο τραπέζι ένα αχτύπητο χαρτί, που καθιστά απλώς περιττό να δώσεις παρόμοια χρήματα, για μοτοσυκλέτες μικρότερης ισχύος και δυνατοτήτων. Η Tuono V4 παραμένει υποψήφια ως η μοτοσυκλέτα hypernaked με την καλύτερη σχέση τιμής-δυνατοτήτων, και μάλιστα στην «εξοπλισμένη» της έκδοση, την Factory.
Εξοπλισμός αναβάτη (Motomarket)
Κράνος: Airoh Matryx
Τζάκετ: Nordcode Striker
Γάντια: Nordcode Desert
Μποτάκια: Eleveit Discover WP
Παντελόνι: Nordcode Stelvio
| ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ | |
| Μάρκα | Aprilia |
| Μοντέλο | Tuono V4 Factory 1100 |
| Αντιπρόσωπος | Piaggio Hellas |
| Τιμή στην Ελλάδα (€) | 21.650 (ειδική προσφορά στα 20.150 €) |
| Κινητήρας | 4χρονος 4κύλινδρος V 65 μοιρών, 16βάλβιδος 2ΕΕΚ, Υγρόψυκτος με ψυγείο λαδιού |
| Χωρητικότητα | 1.099 κ.εκ. |
| Διάμετρος x Διαδρομή | 81 x 53,32 mm |
| Συμπίεση | Δ/Α |
| Τροφοδοσία | Ηλεκτρονικός ψεκασμός με πλήρως ηλεκτρονικό γκάζι ride-by-wire |
| Εξάτμιση | Από 4 σε κεντρικό καζανάκι και καταλύτη, τελικό στην δεξιά πλευρά, με αυτόματο κλαπέτο |
| Τελική μετάδοση | Αλυσίδα και γρανάζια |
| Συμπλέκτης | Υγρός πολύδισκος, χειροκίνητος, με μηχανικό έλεγχο, ολίσθησης-υποβοήθησης |
| Κιβώτιο | Χειροκίνητο 6 σχέσεων με Quickshifter για ανεβάσματα/κατεβάσματα |
| Πλαίσιο | |
| Τύπος | Αλουμινένιο δύο δοκών |
| Πλάτος | Δ/Α |
| Μήκος | Δ/Α |
| Ύψος | Δ/Α |
| Ύψος σέλας | 836 mm |
| Μεταξόνιο | Δ/Α |
| Γωνία κάστερ | Δ/Α |
| Ίχνος | Δ/Α |
| Απόσταση από το έδαφος | Δ/Α |
| Ψαλίδι | Αλουμινένιο δίμπρατσο, τύπου "ανάποδη μπανάνα" |
| Βάρος (κατασκευαστή) | 211 κιλά, γεμάτο |
| Ρεζερβουάρ | 18 λίτρα |
| Αναρτήσεις | |
| Μπροστινή ανάρτηση | USD πιρούνι Ohlins 43 mm, πλήρως ρυθμιζόμενο, ηλεκτρονικά ελεγχόμενο, διαδρομή 120 mm |
| Πίσω ανάρτηση | Μονό αμορτισέρ Ohlins με μοχλικό, Πλήρως ρυθμιζόμενο, ηλεκτρονικά ελεγχόμενο, διαδρομή 130 mm |
| Φρένα | |
| Μπροστά | 2 δίσκοι 330 mm, 4πίστονες ακτινικές δαγκάνες Brembo, ακτινική τρόμπα, ABS |
| Πίσω | Δίσκος 220 mm, δαγκάνα 2 αντικριστών εμβόλων Brembo, ABS |
| Τροχοί / ελαστικά | |
| Μπροστά | 120/70-17'', αλουμινένιος Tubeless |
| Πίσω | 200/55-17'', αλουμινένιος Tubeless |
| Κατανάλωση | |
| Κατανάλωση | 8,5 lt/100 km |
| Ρύποι | Euro 5+ |
| Επιδόσεις | |
| Ιπποδύναμη (hp/rpm) | 180/11.800 |
| Ροπή (kgm/rpm) | 12,3/9.650 |










