Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019 13:52

Ταξιδιωτικό – Αίγυπτος: Αλεξάνδρεια / Όαση Σίβα, του Κωνσταντίνου Μητσάκη

Από την Αλεξάνδρεια του Καβάφη, στην μυθική όαση Σίβα του Άμμωνα Δία.

Ακολουθώντας πιστά την πορεία του Μακεδόνα στρατηλάτη, ταξίδεψα από τις ακτές της Μεσογείου ως την καρδιά της Σαχάρας και γνώρισα δυο κορυφαίους προορισμούς στα βόρεια της Αιγύπτου που συνεχίζουν να μιλούν… Ελληνικά.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή που έβαλα ρόδα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μια αίσθηση οικειότητας με πλημμύρισε. Μια πρωτόγνωρη αίσθηση που συνέχεια μεγάλωνε και με ακολουθούσε παντού, σε κάθε μου βήμα. Γιατί τούτη η πόλη, που εδώ και 2,340 χρόνια διατηρεί τ’ όνομα και την αρχαία θέση της – βρίσκεται στο Δέλτα του Νείλου, στο Δέλτα της Ιστορίας – μιλά μια γλώσσα που την ξέρω πολύ καλά.

Από την ημέρα που γεννήθηκε (20 Ιανουαρίου του 331 π.Χ.), η Αλεξάνδρεια μιλά συνέχεια ελληνικά: μιλά για τον ιδρυτή της τον Μέγα Αλέξανδρο, για τους Πτολεμαίους, για τους Αλεξανδρινούς φιλόσοφους, για τον Αβέρωφ, τον Μπενάκη, την Πηνελόπη Δέλτα, τον Καβάφη…

ALEXANDRIA 4

Στους γεμάτους αναμνήσεις και Ιστορία δρόμους της Αλεξάνδρειας περπάτησαν κι άλλοι λαοί στο πέρασμα του χρόνου: Ρωμαίοι, Άραβες, Βυζαντινοί, Τούρκοι, Ενετοί, Μαμελούκοι, Γάλλοι, Άγγλοι… μια πανσπερμία εθνοτήτων! Και παρά το γεγονός ότι οι κατακτητές και οι πολιτισμοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, η Αλεξάνδρεια τους αγκάλιαζε όλους, με κοινό παρονομαστή την ελληνική γλώσσα και το ελληνικό πνεύμα.

Με μια πρώτη ματιά, η σύγχρονη Αλεξάνδρεια μου θύμισε περισσότερο νοτιοευρωπαϊκή πόλη της Μεσογείου, παρά αστικό κέντρο της Μέσης Ανατολής. Η γενέτειρα του Καβάφη διατηρούσε ακόμα τον κοσμοπολίτικο αέρα που έφεραν εδώ μαζί τους, στα μέσα του 19ου αιώνα, Έλληνες και Ευρωπαίοι μεγαλοαστοί. Η γοητεία της παλιάς Αλεξάνδρειας ήταν ακόμα παρούσα και «μπερδεύονταν» γλυκά με την πολύβουη καθημερινότητα των Αράβων κατοίκων της.

Αντίθετα, τα μνημεία και τα μουσειακά εκθέματα που υπήρχαν και αναφέρονταν στη δημιουργική περίοδο της ελληνορωμαϊκής περιόδου ήταν ελάχιστα, σε σχέση με την πληθώρα των αθάνατων έργων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και καλλιτεχνών που μεσουράνησαν εδώ.

Παρόλα αυτά, η Αλεξάνδρεια συνεχίζει να μιλά ελληνικά. Αξίζει να την αφουγκραστεί κανείς. Ίσως να του αποκαλύψει το σημείο που βρίσκεται ο τάφος όπου αναπαύεται - μες την αιώνια δόξα του - ο βασιλιάς Αλέξανδρος.

ALEXANDRIA 3

Μνημεία Ιστορίας και αναμνήσεις ζωής

Η περιοχή του παλιού λιμανιού αποτελούσε το πιο ενδιαφέρον και χαρακτηριστικό κομμάτι της ιστορικής πόλης. Εδώ, σε περίοπτη θέση δέσποζε το φρούριο Qaitbey, το πλέον αναγνωρίσιμο μνημείο της Αλεξάνδρειας, που μετρά 500 χρόνια ζωής.

Κτισμένο από ασβεστόλιθο, το ανακαινισμένο φρούριο ύψωνε τα τείχη του στο σημείο που έστεκε άλλοτε ο περίφημος φάρος της Αλεξάνδρειας, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Περπατώντας κατόπιν στην παραλιακή Λεωφόρο Corniche, βίωσα το μεγαλείο της αλεξανδρινής πολιτείας μέσα από τα ιστορικότερα μνημεία της. Έβγαλα τα παπούτσια μου και μπήκα μέσα στο λευκό -μαυριτανικού στυλ- τζαμί Abu Abbas al-Mursi, με τη δαντελωτή διακόσμηση και τους περίτεχνους μιναρέδες – πρόκειται για το μεγαλύτερο της πόλης.

Σταμάτησα κατόπιν για λίγο μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, απόλαυσα την συμμετρία της πλατείας Tahrir και επισκέφθηκα τη νέα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Κτισμένη στο χώρο όπου βρίσκονταν τα ανάκτορα των Πτολεμαίων, η φουτουριστική Biblioteca Alexandrina αντιπροσωπεύει μια σύγχρονη κιβωτό της γνώσης, με περισσότερους από 8,000,000 τόμους.

Συνεχίζοντας την γνωριμία με την βαρύτιμη πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά της πόλης του Αλεξάνδρου περιηγήθηκα στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο Kom al-Dikka και στις κατακόμβες Kom Ash Shuqqafa. Ξεναγήθηκα στο ανάκτορο Ras–Et–Tin, στο παλάτι Montazah, στο Ελληνορωμαϊκό Μουσείο και χαλάρωσα στους πανέμορφους κήπους Salalat. Θαύμασα, τέλος, τα υπέροχα κοσμήματα και διαμάντια του Αιγύπτιου ηγέτη Mohammed Ali στο «Βασιλικό Μουσείο Κοσμημάτων» και ένιωσα τους παλμούς της πόλης στο υπαίθριο παζάρι της (souq).

NEKROTAFEIO EL ALAMEIN 3

Ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας

Στην Αλεξάνδρεια, οι συνειδητοί Έλληνες ταξιδευτές έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν αξιόλογες μαρτυρίες του πρόσφατου ελληνικού παρελθόντος.

Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η παρουσία του ελληνικού στοιχείου της Αλεξάνδρειας ήταν αρκετά έντονη. Από τα 200,000 άτομα που αριθμούσαν οι ξένες παροικίες της πόλης, οι 150,000 ήταν Έλληνες.

Σήμερα, το ελληνικό στοιχείο της Αλεξάνδρειας, που για αιώνες άκμαζε σε όλους τους τομείς της αιγυπτιακής κοινωνίας, έχει δυστυχώς συρρικνωθεί απελπιστικά. Η ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας μετρά σήμερα μόλις 600 Έλληνες, οι οποίοι κρατάνε τις Θερμοπύλες του ελληνισμού στην περιοχή. Πρόκειται για τις τελευταίες ζωντανές μαρτυρίες μιας λαμπρής ιστορικής περιόδου του ελληνισμού, που βαδίζει δυστυχώς στη δύση της.

Το Ελληνικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο, ο ορθόδοξος ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το καφέ-ζαχαροπλαστείο «Αθηναίος», το art deco café «Le Trianon» και το εστιατόριο θαλασσινών γεύσεων Greek Club (δίπλα στο φρούριο Qaitbey), βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της πόλης και υπενθυμίζουν την ελληνιστική ομορφιά που χάθηκε, το μακραίωνο ελληνικό πολιτιστικό στοιχείο που ξεριζώθηκε.

Ύψιστο σημείο αναφοράς αποτελούσε ωστόσο η κατοικία του Κωνσταντίνου Καβάφη, εκεί όπου έζησε ο Αλεξανδρινός ποιητής τα τελευταία 35 χρόνια της ζωής του. Η κατοικία-Μουσείο του Καβάφη βρίσκεται στην οδό “Κ. Καβάφη 4” (όπως μετονομάστηκε πρόσφατα προς τιμήν του ποιητή η πρώην οδός Charm el-Sheik) και άνοιξε για το κοινό στις 16 Νοεμβρίου 1992. Χειρόγραφα, προσωπικές φωτογραφίες, βιβλία και μεταφράσεις των ποιημάτων σε 20 γλώσσες φιλοξενούνταν στο Μουσείο, ενώ μια αίθουσα του μουσείου ήταν αφιερωμένη στον Αλεξανδρινό συγγραφέα Στρατή Τσίρκα.

Στη διάρκεια της παραμονής μου στην Αλεξάνδρεια, δεν παρέλειψα να πιω έναν διπλό ελληνικό στο καφέ «Αθηναίος». Το είχα υποσχεθεί άλλωστε στον θείο μου, τον 80αρη μπάρμπα-Χρήστο. Μου είχε παραγγείλει μια-δυο φωτογραφίες του μαγαζιού, αφού από το 1957, όταν και πήρε το δρόμο της φυγής από την Αλεξάνδρεια, δεν είχε επιστρέψει ποτέ στην πόλη που τον γέννησε και τον μεγάλωσε. Συνέχεια τον ρωτούσα γιατί δεν το αποφάσιζε: «Δεν πάω πίσω, θα πληγωθώ, θα χάσω τις όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις…»

OASI SIWA 18

Η δυσβάστακτη μοναξιά της Σαχάρας

Αποχαιρετώντας την Αλεξάνδρεια του Καβάφη, η λευκή ΚΤΜ 990 Adventure στράφηκε νοτιοδυτικά, με προορισμό την μυθική όαση Σίβα (620 χλμ. νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας). Η λαχτάρα μου να βρεθώ στην «Όαση των Θεών» ήταν εκείνη που οδηγούσε το τιμόνι της μοτοσυκλέτας. Ήταν μια πρόκληση την οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ…

Μια μονότονη ασφάλτινη ευθεία, που ακροβατούσε ανάμεσα στην απεραντοσύνη της ερήμου και στο τιρκουάζ της Μεσογείου, ανέλαβε να με φυγαδεύσει προς τη δυτική άκρη της Αιγύπτου. Οδηγώντας από την Αλεξάνδρεια ως την παραλιακή πόλη Μάρσα Ματρού (305 χλμ.), θεώρησα χρέος μου να κάνω ακόμα μια στάση στην Ιστορία μας: στο Ελληνικό Κοιμητήριο του Ελ-Αλαμέιν (110 χλμ. δυτικά της Αλεξάνδρειας). Ένα λιτό μνημείο, απόλυτα εναρμονισμένο με το περιβάλλον της ερήμου, έστεκε εκεί για να υπενθυμίζει τον ηρωισμό των Ελλήνων που σκοτώθηκαν το 1942 σε μια από τις σημαντικότερες μάχες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με αφετηρία την πόλη Μάρσα Ματρού (το αρχαίο Παραιτόνιον), το ταξίδι από τις ακτές της Μεσογείου προς την όαση Σίβα ήταν κάποτε μια πορεία οκτώ ημερών στον ύβο μιας καμήλας. Τα καραβάνια της ερήμου είχαν να διασχίσουν 300 χλμ. επίπεδου τοπίου, στο οποίο, όπως διατυπώνει και ο Αρριανός: «…δεν υπάρχουν καθόλου σημάδια κατά τη διαδρομή, καθόλου βουνά, δέντρα, συμπαγείς βράχοι, με τη βοήθεια των οποίων οι ταξιδιώτες θα μπορούσαν να συμπεράνουν τη σωστή πορεία τους…». Βλέπετε, τότε δεν υπήρχαν …GPS!

Ακόμα και ο Μέγας Αλέξανδρος είχε αντικρίσει το σκληρό, αδυσώπητο πρόσωπο της ερήμου, διασχίζοντας την Δυτική Έρημο της Αιγύπτου με προορισμό το μαντείο του Άμμωνα Δία στην Σίβα. Ο Μακεδόνας στρατηλάτης και οι λιγοστοί συνοδοιπόροι του έζησαν έναν θανάσιμο εφιάλτη που κράτησε εννιά μέρες, εξαιτίας της ανυπόφορης ζέστης και της έλλειψης νερού. Στις μέρες μας, ο ασφαλτοστρωμένος οδικός άξονας Μάρσα Ματρού – Σίβα είναι ο μοναδικός ομφάλιος λώρος που συνδέει την όαση με τον «έξω κόσμο».

Για μένα, το ταξίδι με προορισμό τη καρδιά της Σαχάρας άρχισε νωρίς τα ξημερώματα, πριν ο υδράργυρος εκτοξευτεί στα ύψη (μιλάμε για 50-52°C). Η καλύτερη πάντως εποχή για να βρεθεί κανείς στην όαση Σίβα είναι η περίοδος από Οκτώβριο-Μάιο, τότε που ο υδράργυρος κινείται σε «φιλικά» επίπεδα (15-25°C) και η ατμόσφαιρα είναι αρκετά καθαρή.

Οι πληροφορίες που είχα συλλέξει στην Μάρσα Ματρού έκαναν λόγο για μια διαδρομή 315 χλμ. μέσα στο απόλυτο τίποτα! Και πραγματικά, ο οδικός άξονας Μάρσα Ματρού – Σίβα θύμιζε το καρδιογράφημα ενός νεκρού (ήταν η έννοια της απόλυτης ευθείας), κανένα ίχνος ζωής δεν υπήρχε καθ’ οδόν, ενώ την ατέρμονη πλεύση μέσα στη θάλασσα της σαχαρινής απεραντοσύνης διέκοπταν μόνο οι καμήλες που περιφέρονται ελεύθερες στο βασίλειο της ερήμου.

Πριν γυρίσω πάντως την πλάτη μου στην Μεσόγειο, φρόντισα να ανεφοδιαστώ σε καύσιμα και πολύτιμο νερό. Ταξιδεύοντας στην έρημο, καλύτερα να ξεμείνεις από βενζίνη παρά από νερό…

OASI SIWA 4

Στην «Όαση των Θεών»

Στην όαση Σίβα κατοικούσαν 21,300 άτομα, που αρέσκονταν στη μοναξιά που τους πρόσφερε η όασή τους, αδιαφορώντας για τους ρυθμούς ανάπτυξης των αιγυπτιακών αστικών κέντρων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η όαση ηλεκτροδοτήθηκε μόλις το 1980 και η ασφαλτόστρωση του οδικού άξονα Μάρσα Ματρού – Σίβα ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα. Χάρη, όμως, στη μακραίωνη απομόνωση που επέβαλλαν οι αμμόλοφοι της Σαχάρας, τοπικές παραδόσεις, θρύλοι, θεσμοί και πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα κατάφεραν να επιζήσουν σε πείσμα του χρόνου.

Η καταπράσινη όαση των 300,000 φοινικόδεντρων με παγίδευσε για τέσσερεις μέρες στους δικούς της νωχελικούς ρυθμούς, προσφέροντάς μου αναρίθμητες γοητευτικές εικόνες, οι οποίες γύριζαν τους δείκτες του χρόνου δεκαετίες πίσω: ζωήλατα κάρα μετέφεραν εμπορεύματα και ανθρώπους, γυναικείες μορφές περπατούσαν στους σκονισμένους δρόμους της όασης τυλιγμένες με τσαντόρ, καλοσυνάτοι βεδουίνοι κάπνιζαν ναργιλέ στα μικρά καφενεία, παιδιά διασκέδαζαν στα νερά των πηγών, παραδοσιακές πλινθόκτιστες κατοικίες βρίσκονταν κρυμμένες ανάμεσα στα φοινικόδεντρα…

Η ομορφιά και η θελκτικότητα της Σίβα δεν εξαντλείται μόνο μέσα από το μαγευτικό της οικοσύστημα και τους αυθεντικούς κατοίκους της. Η όαση της Δυτικής Αιγύπτου ήταν φορτωμένη με ιστορία αιώνων, κάτι που το επιβεβαίωναν οι ανασκαφές των τελευταίων ετών, που έφεραν στο φως πλήθος μνημείων της φαραωνικής περιόδου.

Το σπουδαιότερο και πιο φημισμένο αρχαιολογικό μνημείο της Σίβα αποτελούσε το Μαντείο του Άμμωνα Δία (Αμμώνειο), στην κορυφή του λόφου Aghurmi. Το Αμμώνιο ήταν αρκετά γνωστό στους αρχαίους Έλληνες, που το σέβονταν εξίσου με τα Μαντεία της Δωδώνης και των Δελφών, ενώ αρκετές ιστορικές πηγές σημειώνουν ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας θεωρούσαν την όαση Σίβα κατοικία θεών.

Η καλή κατάσταση στην οποία διασωζόταν το αρχαίο μαντείο μου πρόσφερε την ανέλπιστη ευκαιρία να βρεθώ στην ίδια ακριβώς αίθουσα, εκεί όπου 2,340 χρόνια νωρίτερα ο Μέγας Αλέξανδρος - μόνος του απέναντι στον Άμμωνα Δία - ζητούσε επίμονα απαντήσεις για την θεϊκή του καταγωγή και τις κοσμοκρατορικές φιλοδοξίες του.

Άλλα σημεία ενδιαφέροντος στην όαση που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μου ήταν οι πηγές «Cleopatra’s Bath» και «Fatnas», η μεγάλη αλμυρή λίμνη, τα ερείπια του ναού Umm Ubayd (ήταν αφιερωμένος κι αυτός στον Άμμωνα Δία), το πλινθόκτιστο κάστρο Shali (δέσποζε στο κέντρο του χωριού), το τζαμί King Fuad και ο λόφος Gebel al-Mawta (Ο “Λόφος του Θανάτου”), στον οποίο υπήρχαν αναρίθμητοι λαξευμένοι τάφοι της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου.

Δεν έλειψαν φυσικά και οι μικρές περιπέτειες κάτω από τον καυτό ήλιο της Σαχάρας. Οι χωμάτινες εξορμήσεις με την λευκή ΚΤΜ 990 πέριξ της όασης μού έμειναν αξέχαστες, μάλλον εξαιτίας των πολλών πτώσεων που είχα -ευτυχώς ανώδυνες- οδηγώντας στην άμμο.

Αφού αποθήκευσα στον «σκληρό δίσκο» του μυαλού μου τις πιο δυνατές αναμνήσεις από την «Όαση των Θεών», ανεφοδιάστηκα με καύσιμα στο μοναδικό πρατήριο της Σίβα και ξεκίνησα την επιστροφή στις μεσογειακές ακτές. Αντικρίζοντας μετά από τρεις ώρες βασανιστικής μοναξιάς το τιρκουάζ της Μεσογείου, είχα ολοκληρώσει μια ακόμα συναρπαστική ταξιδιωτική εμπειρία, της οποίας το γεωγραφικό στίγμα βρισκόταν μόλις 300 ναυτικά μίλια νότια της λεβεντογέννας Κρήτης…

OASI SIWA 15

Σπύρος Τσαντήλας Γράφτηκε από
Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019 14:02

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Οκτώ μικρές ιστορίες ταξιδιωτικής τρέλας
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ
  • twitter
  • facebook icon
  • instagram
  • youtube